English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“I” Words

ice cream cone
παγωτό χωνάκι
ice cream maker
παγωτιέρα
ice cream maker
παγωτομηχανή
ice cream vendor
παγωτατζής
ice cube
παγάκι
ice rink
παγοδρόμιο
ice skating
παγοδρομία
ice-skate
πατινάζ
iceberg
παγόβουνο
icebox
χύξη
icebreaker
παγοθραυστικό
icebreaker
παγοθραύστης
icebreaker
παγοθραυστικό πλοίο
iced
με πάγο
iced
παγωμένος
iced coffee
παγωμένος καφές
Iceland
Ισλανδία
Iceland gull
ισλανδόγλαρος
Icelander
Ισλανδός
Icelander
Ισλανδέζα
Icelander
Ισλανδή
iceman
παγοπώλης
ichor
ιχώρ
ichthyocentaur
ιχθυοκένταυρος
ichthyology
ιχθυολογία
ichthyosaur
ιχθυόσαυρος
icicle
παγοκρύσταλλος
icing
γλάσο
icon
είδωλο
icon
πρότυπο
icon
εικόνα
icon
εικόνα
icon
εικόνισμα
icon
εικονίδιο
icon
εικόνα
iconoclast
εικονοκλάστης
iconographic
εικονογραφικός
iconolatry
εικονολατρία
iconostasis
εικονοστάσιο
icosagon
εικοσάγωνο
ICU
ΜΕΘ
id
ίδης
id
ίδα
id
εκείνο
Idaho
Αϊντάχο
ide
ίδιο
ide
ίτης
idea
ιδέα
ideal
ιδανικός
ideal
ιδεώδες
idealism
ιδεαλισμός
idée fixe
έμμονη ιδέα
idempotence
ταυτοδυναµία
idempotent
ταυτοδύναμος
identical
απαράλλακτος
identifier
αναγνωριστικό
identity
ταυτότητα
identity card
δελτίο αστυνομικής ταυτότητας
identity theft
κλοπή ταυτότητας
ideogram
ιδεόγραμμα
ideographic
ιδεογραφικός
ideography
ιδεογραφία
ideological
ιδεολογικός
ideologue
ιδεολόγος
ideology
ιδεολογία
idiocy
ιδιωτεία
idiocy
ηλιθιότητα
idiolect
ιδιόλεκτο
idiolect
ιδιόλεκτος
idiom
ιδίωμα
idiomatic
ιδιωματικός
idiopathic
ιδιοπαθής
idiopathy
ιδιοπάθεια
idiosyncrasy
ιδιοσυγκρασία
idiosyncrasy
νοοτροπία
idiosyncrasy
ιδιοσυγκρασία
idiosyncrasy
ευαισθησία
idiosyncrasy
ιδιοσυγκρασία
idiot
ηλίθιος
idiot
βλάκας
idiot
ιδιώτης
idiot
μικρόνους
idiot box
χαζοκούτι
idle
αδρανής
idle
άνεργος
idle
οκνηρός
idle
άεργος
idle
άχρηστος
idle
ανώφελος
idle
τεμπελιάζω
idle
αδρανώ
idle hands are the devil's workshop
αργία μητήρ πάσης κακίας
idle hands are the devil's workshop
δουλειά δεν είχε ο διάβολος και έπνιγε τα παιδιά του
idle hands are the devil's workshop
δουλειά δεν είχε ο διάβολος, γαμούσε τα παιδιά του
Idlib
Ιντλίμπ
idol
είδωλο
idol
είδωλο
idol
ίνδαλμα
idolater
ειδωλολάτρης
idolatress
ειδωλολάτρισσα
idolatrous
ειδωλολατρικός
idolatrous
φανατικός
idolatrous
ειδωλολατρικός
idolatry
ειδωλολατρία
Idumaea
Ιδουμαία
idyll
ειδύλλιο
idyllic
ειδυλλιακός
idyllically
ονειρεμένα
IE
ΙΕ
if
αν
if
εάν
if
άμα
if
ει
if and only if
αν και μόνο αν
if I were you
αν ήμουν στη θέση σου
if I were you
στη θέση σου
if my aunt had balls, she'd be my uncle
αν η γιαγιά μου είχε αρχίδια θα τη φώναζα παππού
if my aunt had balls, she'd be my uncle
αν η γιαγιά μου είχε καρούλια, θα ήταν πατίνι
if only
είθε
if only
μακάρι
if the mountain won't come to Muhammad
όταν δεν πάει στον Μωάμεθ το βουνό, πάει στο βουνό ο Μωάμεθ
if you pay peanuts, you get monkeys
αν βάζεις τον κώλο σου να σου κάνει δουλειά, σκατά δουλειά θα κάνει
if you pay peanuts, you get monkeys
τον κώλο βάζεις μάγειρα, σκατά θα μαγειρέψει
ification
ποίηση
ify
ποιώ
igloo
ιγκλού
Ignatius
Ιγνάτιος
igneous
πυριγενής
igneous
πύρινος
ignite
ανάβω
ignite
ενθουσιάζω
ignite
πυρπολώ
ignite
ενθουσιάζω
ignite
ανάβω
ignition
ανάφλεξη
ignoble
αγενής
ignoble
άτιμος
ignoble
πρόστυχος
ignorance
άγνοια
ignorance is bliss
η άγνοια είναι ευτυχία
ignorant
αδαής
ignore
αγνοώ
ignosticism
ιγνωστικισμός
Igor
Ίγκορ
Igoumenitsa
Ηγουμενίτσα
iguana
ιγκουάνα
Ikaria
Ικαρία
ikebana
ικεμπάνα
Il Duce
ντούτσε
Île-de-France
Ιλ-ντε-Φρανς