English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“I” Words

irrelevant
άσχετος
irreligion
άθρησκία
irremovable
αμετασάλευτος
irreparable
ανεπανόρθωτος
irreproachable
άμεμπτος
irresistible
ακαταμάχητος
irresponsibility
ανευθυνότητα
irresponsible
ανεύθυνος
irresponsibly
ανεύθυνα
irreverence
αγένεια
irreversibility
αμετακλητότητα
irreversible
αδιάστρεπτος
irreversible
αμετάτρεπτος
irreversibly
αμετάκλητα
irreversibly
χωρίς επιστροφή
irrevocability
αμετακλητότητα
irrevocable
αμετάκλητος
irrigation
άρδευση
irritability
ευερεθιστότητα
irritate
εκνευρίζω
irritate
θυμώνω
irritate
τσαντίζω
irritating
εκνευριστικός
irritation
εκνευρισμός
irritation
ερεθισμός
irruption
εισβολή
irruption
επιδρομή
IS
ΙΚ
is it going to rain
θα βρέξει;
is it going to rain
λέτε να βρέξει;
is it going to rain
λες να βρέξει;
is it safe here
είναι ασφαλές εδώ;
Isaac
Ισαάκ
Isaac
Ισαάκιος
Isaac
Ισαάκιος
Isaiah
Ησαΐας
isapostle
ισαπόστολος
ISBN
ΔΠΑΒ
ISBN
διεθνής πρότυπος αριθμός βιβλίου
ischemia
ισχαιμία
ischemic
ισχαιμικός
Ischia
Ίσκια
ISDN
ISDN
isegoria
ισηγορία
Iseult
Ιζόλδη
Isfahan
Ισφαχάν
ish
ικός
Ishmael
Ισμαήλ
Isidora
Ισιδώρα
Isidore
Ισίδωρος
isinglass
ιχθυόκολλα
ISIS
ΙΚΙΣ
ISIS
Ισλαμικό Κράτος στο Ιράκ και την Συρία
Isis
Ίσις
Isis
Ίσιδα
Isis
42 Ίσις
Islam
Ισλάμ
Islam
ισλαμισμός
Islamabad
Ισλαμαμπάντ
Islamic
ισλαμικός
Islamic Republic of Afghanistan
Ισλαμική Δημοκρατία του Αφγανιστάν
Islamic Republic of Iran
Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν
Islamic Republic of Pakistan
Ισλαμική Δημοκρατία του Πακιστάν
Islamic State
Ισλαμικό Κράτος
Islamism
ισλαμισμός
Islamist
ισλαμικός
Islamist
ισλαμιστικός
Islamist
ισλαμιστής
Islamization
εξισλαμισμός
Islamophobia
ισλαμοφοβία
island
νησί
island
νήσος
island
νησί
island
νησίδα
island
απομονώνω
island state
νησιωτικό κράτος
islander
νησιώτης
islander
νησιώτισσα
Isle of Man
Νήσος του Μαν
Isle of Man
Νήσος Μαν
islet
νησάκι
islet
νησίδα
ism
ισμός
Ismailia
Ισμαηλία
iso-
ισο-
isobar
ισοβαρής καμπύλη
isobar
ισοβαρής
isobutane
ισοβουτάνιο
isochore
ισόχωρος
isoechoic
ισοηχοϊκός
isogloss
ισόγλωσσο
isogoria
ισηγορία
isolated
απομονωμένος
isolated
μοναχικός
isolation
απομόνωση
isolation
απονόνωση
isolation
απομόνωση
isolation
καραντίνα
isoleucine
ισολευκίνη
isomer
ισομερές
isomeric
ισομερής
isonomia
ισονομία
isopentane
ισοπεντάνιο
isoprene
ισοπρένιο
isostasy
ισοστασία
isostatic
ισοστατικός
isotherm
ισόθερμος
isotope
ισότοπο
isotropy
ισοτροπία
Israel
Ισραήλ
Israeli
ισραηλινός
Israeli
Ισραηλινός
issue
τίτλος
issue
τεύχος
issue
θέμα
ist
ίστρια
ist
ιστής
ist
λόγος
Istanbul
Κωνσταντινούπολη
Istanbul
Πόλη
isthmus
ισθμός
Istria
Ιστρία
Istro-Romanian
ιστρορουμανικός
it
το
it
αυτό
it
τούτος
it
το
it is what it is
είναι ό,τι είναι
it was delicious
ήταν νόστιμο
it's all Greek to me
αυτά μου φαίνονται κινέζικα
it's all Greek to me
δεν καταλαβαίνω γρι
it's all Greek to me
είναι κινέζικα για μένα
it's an emergency
είναι έκτακτη ανάγκη
it's raining
βρέχει
it's too expensive
είναι πολύ ακριβό
Italian
ιταλικός
Italian
ιταλικά
Italian
Ιταλός
Italian
Ιταλίδα
Italian
ιταλικά
Italian
ιταλικός
Italian Peninsula
Ιταλική χερσόνησος
Italian Republic
Ιταλική Δημοκρατία
Italianization
εξιταλισμός
Italianization
ιταλοποίηση
Italianness
ιταλικότητα
italic
πλάγιος
italic
πλάγιος χαρακτήρας
Italo-
ιταλο-
Italophile
ιταλόφιλη