English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“L” Words

la
λα
La Paz
Λα Παζ
La Pérouse Strait
Πορθμός Λα Περούζ
La Spezia
Λα Σπέτσια
label
ετικέτα
label
επιγραφή
label
τίτλος
label
κολλάω ετικέτα
label
βαφτίζω
label
κατατάσσω σε
label
τιτλοφορώ
labial
χειλικός
labialize
χειλικοποιώ
labiodental
χειλοδοντικός
labionasal
χειλεορινικός
labiovelar
χειλοϋπερωικός
labor market
αγορά εργασίας
labor-intensive
έντασης εργασίας
labor-intensive
εντάσεως εργασίας
laboratory
εργαστήριο
laborer
εργάτης
laborer
δουλευτής
labour
κόπος
labour
μόχθος
labour
δουλειά
labour
εργασία
labour
εργατικό δυναμικό
labour
κόπος
labour
μόχθος
labour
εργατικοί
labour
εργατικό κόμμα
labour
τοκετός
labour
γέννα
labour
ωδίνες τοκετού
labour
δουλεύω
labour
εργάζομαι
labour
κοπιάζω
labour
μοχθώ
labour force
εργατικό δυναμικό
labour law
εργατικό δίκαιο
Labrador
Λαμπραντόρ
labyrinth
λαβύρινθος
labyrinthine
δαιδαλώδης
labyrinthine
λαβυρινθώδης
lac
λάκη
lace
δαντέλα
lachanophobia
λαχανοφοβία
lack
έλλειψη
lack
ένδεια
lackadaisical
βαρυεστημένος
lackey
λακές
lackey
υπηρέτης
lacking
ανεπαρκής
lacking
ελλιπής
lackluster
μουντός
Laconia
Λακωνία
laconic
λακωνικός
laconize
λακωνίζω
lacrimal gland
δακρυϊκός πόρος
lacrimal sac
δακρυϊκός ασκός
lacrosse
λακρός
lactic acid
γαλακτικό οξύ
lactose
λακτόζη
lacuna
κενό
lacuna
κενό
lacuna
χάσμα
lacy
δαντελένιος
lacy
δαντελωτός
lacy
δαντελένιος
ladder
σκάλα
ladder
πόντος
ladies and gentlemen
κυρίες και κύριοι
ladle
κουτάλα
Ladoga
Λάντογκα
lady
νοικοκυρά
lady
κυρία
lady
λαίδη
ladybird
πασχαλίτσα
Laestrygonian
Λαιστρυγόνες
lag
καθυστέρηση
lag
χρονοτριβή
lag
καθυστερώ
lag
χρονοτριβώ
lagging
θερμομονωτικό υλικό
lagoon
λιμνοθάλασσα
lahar
λαχάρ
lahmacun
λαχματζούν
Lahore
Λαχόρη
Lahore
Λαχώρη
Lahti
Λάχτι
lair
κρησφύγετο
lair
λημέρι
laity
αμύητοι
Laius
Λάιος
lake
λάκη
lake
λίμνη
Lake Constance
Λίμνη Κωνσταντίας
Lake Erie
Λίμνη Ήρι
Lake Geneva
Λίμνη της Γενεύης
Lake Huron
Λίμνη Χιούρον
Lake Huron
Χιούρον
Lake Michigan
Λίμνη Μίσιγκαν
Lake Ontario
Λίμνη Οντάριο
Lake Skadar
Λίμνη Σκόδρας
Lake Superior
Λίμνη Σουπίριορ
Lake Victoria
Λίμνη Βικτόρια
lakeshore
ακρολιμνιά
lakeshore
ακρόλιμνο
lakeside
παραλίμνιο
lakeside
παραλίμνιος
Lalibela
Λαλιμπέλα
lama
λάμα
Lamarckism
λαμαρκισμός
lamb
αρνί
lamb
αρνάκι
lamb fries
αμελέτητα
Lamb of God
Αμνός του Θεού
lambada
λαμπάντα
lambda
λάμδα
lambda
λάμβδα
lambda calculus
λογισμός λάμδα
lame
χωλός
lame
κουτσός
lame
κουτσός
lame
χωλός
lame
αστήρικτος
lame
αστείος
lamé
λαμέ
lame duck
κουτσή πάπια
Lamentations
Θρήνοι
Lamia
Λαμία
lamia
λάμια
lamina
έλασμα
lamina
πέταλο
lamina
πέταλο
lamina
φολίδα
laminar
ελασματώδης
lammergeier
γυπαετός
lamp
λάμπα
Lampedusa
Λαμπεντούζα
lampoon
λίβελλος
lampoon
σάτιρα
lamppost
φανοστάτης
lampshade
αμπαζούρ
Lancaster
Λάνκαστερ
lance
λόγχη
lancelet
αμφίοξος
lanceolate
λογχοειδής
lancer
λογχοφόρος
lancet
αμφίστομο νυστέρι