English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“L” Words

later on
ακολούθως
later on
αργότερα
lateral
έξω
laterite
λατερίτης
latex
κόμμι
lathe
τόρνος
lathe
τορνεύω
Latin
λατινικός
Latin
λατινικά
Latin
λατινικά
Latin alphabet
λατινικό αλφάβητο
Latin America
Λατινική Αμερική
Latinism
λατινισμός
latish
αργούτσικα
latitude
πλάτος
latitude
γεωγραφικό πλάτος
latitude
χαλαρότητα
Latium
Λάτιο
lattermath
επακόλουθο
lattermath
συνέπεια
lattermath
επακόλουθα
lattermath
συνέπειες
lattice
καφάσι
lattice
καφασωτό
lattice
πλέγμα
Latvia
Λεττονία
Latvian
λεττονικά
Latvian
λεττονικά
Latvian
Λετονός
laudable
αινετός
laudatory
εγκωμιαστικός
laudatory
επαινετικός
laugh
γέλιο
laugh
γελώ
laugh
γελάω
laugh
γελάω
laughable
αστείος
laughable
γελοίος
laughing dove
φοινικοτρύγονο
laughing stock
αναγέλασμα
laughing stock
περίγελος
laughing stock
ρεζίλι
laughing stock
σούργελο
laughter
γέλιο
launch
άκατος
launcher
εκτοξευτής
launcher
προωθητής
laundry
πλυντήριο
laundry
πλυσταριό
laundry
μπουγάδα
laundry
πλύσιμο
laundry
άπλυτα
Laura
Λαύρα
laureate
δαφνοστεφής
laureate
δαφνοστεφής
laurel
δάφνη
laurel
κότινος
laurel
δάφνες
laurel wreath
δάφνινο στεφάνι
Laurence
Λαυρέντιος
Lausanne
Λωζάνη
lava
λάβα
lavabo
φιάλη αγιασμού
lavender
λεβάντα
lavish
άφθονος
lavish
αφειδής
lavish
πληθωρικός
lavish
υπεράφθονος
lavish
επιδαψιλεύω
lavishly
πλούσια
law
νόμος
law
δίκαιο
law
νόμος
law enforcement
επιβολή του νόμου
law of tangents
νόμος των εφαπτομένων
Law of the Medes and Persians
Νόμος των Μήδων και των Περσών
law-abiding
νομοταγής
lawlessness
αναρχία
lawlessness
ανομία
lawn
γκαζόν
lawnmower
χλοοκοπτική μηχανή
lawrencium
λωρένσιο
lawrencium
λαυρένσιο
lawsuit
αγωγή
lawsuit
μήνυση
lawyer
δικηγόρος
lax
ελαστικός
lax
επιεικής
lax
χαλαρός
lax
λάσκος
lax
χαλαρός
lax
αμελής
laxative
καθαρτικός
laxative
υπακτικός
laxative
καθαρτικό
laxative
υπακτικό
lay off
απολύω
lay the groundwork
προετοιμάζω το έδαφος
layabout
τεμπέλης
layer
στρώμα
layer
στρώση
layer
διάστρωση
layer
στιβάδα
layer
στρώμα
layer
διάστρωση
layer
καρπερή
layer
καταβολεύω
layered
διαστρωματωμένος
layering
διαστρωμάτωση
layering
στρωμάτωση
layering
καταβολάδα
layman
λαϊκός
layman
ερασιτέχνης
layman
ερασιτέχνις
layoff
προσωρινή απόλυση
layout
διάταξη
layout
σελιδοποίηση
layperson
αμύητος
laytime
σταλία
lazaretto
λαζαρέτο
Lazarist
λαζαριστής
Lazarus
Λάζαρος
laziness
τεμπελιά
Lazio
Λάτιο
lazy
τεμπέλης
lazybones
τεμπέλης
Læsø
Λέσε
lcm
ΕΚΠ
lead
προβάδισμα
lead
προηγούμαι
lead
προηγούμαι
lead
μόλυβδος
lead
βυθομετρητής
lead
επιμολυβδώνω
lead
διάστιχο
lead
μολυβδοταινία
lead
επιμολυβδώνω
lead
μολυβδοσκεπή
lead
μολυβδοταινία
lead
μολύβι
lead
μόλυβδος
lead
προβάδισμα
lead
προηγούμαι
lead
μολύβι
lead
βυθομετρητής
lead
επιμολυβδώνω
lead
μολυβδοσκεπή
lead
μολυβδοταινία
lead
μόλυβδος
lead
μολύβι