English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“M” Words

milli-
χιλιοστό-
milligram
χιλιοστόγραμμο
millilitre
χιλιοστόλιτρο
millimetre
χιλιοστόμετρο
million
εκατομμύριο
millionaire
εκατομμυριούχος
millipede
σαρανταποδαρούσα
millipede
διπλόποδο
millisecond
μιλιδευτερόλεπτο
millstone
μυλόπετρα
milord
μιλόρδος
Miltiades
Μιλτιάδης
mimosa
μιμόζα
minaret
μιναρές
Minas Gerais
Μίνας Ζεράις
mince
κιμάς
mince
λιανίζω
mince
ψιλοκόβω
mince
πουστοφέρνω
mind
νους
mind
μυαλό
mind
διάνοια
mind
μυαλό
mind
συνείδηση
mind
μνήμη
mind
μνημονικό
mind
αυτοσυγκέντρωση
mind
μυαλό
mind
διάνοια
mind
μυαλό
mind
νους
mind
διανοούμενος
mind
μεγαλοφυία
mind
στοχαστής
mind
άποψη
mind
γνώμη
mind
κρίση
mind
ιδιοσυγκρασία
mind
χαρακτήρας
mind
διαύγεια πνεύματος
mind
λογικότητα
mind
πνευματική υγεία
mind
σύνεση
mind
φρένες
mind
νους
mind
πνεύμα
mind
δέν μέ πειράζει
mind one's own business
κάθομαι στ' αβγά μου
mind one's own business
κοιτάζω τη δουλειά μου
mindful
επιμελής
mindful
προσεκτικός
mindfulness
επιμέλεια
mindfulness
φροντίδα
mindset
νοοτροπία
mine
ορυχείο
mine
μεταλλείο
mine
ναρκοπέδιο
mine
νάρκη
mine
δικά
mine
δικές
mine
δική
mine
δικιά
mine
δικοί
mine
δικό
mine
εξορύσσω
mine
μεταλλεύω
mine
ναρκοθετώ
mine-clearing
αποναρκοθέτηση
minecart
βαγονέτο
minefield
ναρκοπέδιο
minelayer
ναρκοθέτις
miner
μεταλλωρύχος
mineral
ορυκτός
mineral
μεταλλικός
mineral
ορυκτό
mineral
μετάλλευμα
mineral
ορυκτό
mineral
μέταλλο
mineral oil
ορυκτέλαιο
mineral water
μεταλλικό νερό
mineralization
ορυκτοποίηση
mineralocorticoid
αλατοκορτικοειδή
mineralogist
ορυκτολόγος
mineralogy
ορυκτολογία
mineralogy
μεταλλειολογία
Minerva
Μινέρβα
minestrone
μινεστρόνε
minesweeper
ναρκαλιευτής
minesweeping
ναρκαλιεία
minim
μισό
minimal pair
ελάχιστο ζεύγος
minimization
ελαχιστοποίηση
minimize
ελαχιστοποιώ
minimum
ελάχιστος
minimum
κατώτατος
minimum
ελάχιστο όριο
minimum
κατώτατο όριο
minimum wage
κατώτατος μισθός
mining
εξόρυξη
mining
όρυξη
mining
ναρκοθέτηση
mining engineer
μεταλλειολόγος μηχανικός
minion
ακόλουθος
minion
ευνοούμενος
miniskirt
μίνι φούστα
minister
πάστορας
minister
υπουργός
ministry
υπουργείο
ministry
υπουργείο
ministry
κυβέρνηση
ministry
υπουργικό συμβούλιο
ministry
ιερατείο
minium
ερυθρομόλυβδος
minium
μίνιο
mink
βιζόν
minke whale
ρυγχοφάλαινα
Minneapolis
Μιννεάπολη
Minnesota
Μινεσότα
Minoan
μινωικός
Minoan
Μινωίτης
Minoan
Μινωίτισσα
minor
ήσσων
minor
ασήμαντος
minor
ελάσσων
minor
ελάσσων
minor
μινόρε
minor
μικρή
minor interval
μικρό διάστημα
Minorca
Μινόρκα
minority
μειονότητα
minority
μειοψηφία
minority
μειονότητα
minority group
μειονότητα
minotaur
Μινώταυρος
Minsk
Μινσκ
minstrel
μενεστρέλος
mint
νομισματοκοπείο
mint
δυόσμος
mint
μέντα
mint
κόβω
minuend
μειωτέος
minuet
μενουέτο
minus
μείον
minus
πλην
minus
αρνητικός
minus
μείον
minus
πλην
minus sign
πλην
minuscule
μικρό γράμμα
minuscule
πεζό γράμμα