English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“M” Words

Mustafa
Μουσταφά
mustard
μουσταρδί
mustard
σινάπι
mustard
μουστάρδα
mustard
μουσταρδί
mustard
μουστάρδα
mustard
σινάπι
mustard gas
αέριο μουστάρδας
mutagenicity
μεταλλαξιγένεση
mutagenicity
μεταλλαξιτενία
mutant
μεταλλαγμένος
mutate
μεταλλάσσομαι
mutation
μετάλλαξη
mutation
μεταλλαγή
mutatis mutandis
τηρουμένων των αναλογιών
mute
άλαλος
mute swan
βουβόκυκνος
mute swan
κοινός κύκνος
mutiny
ανταρσία
mutiny
στάση
mutiny
κίνημα
mutiny
στασιάζω
mutism
αφωνία
mutter
μουρμουρίζω
mutton
πρόβειο κρέας
mutton dressed as lamb
κοριτσόγρια
mutton dressed as lamb
πουρέιντζερ
mutual
αμοιβαίος
mutual
κοινός
mutual
αμοιβαίος
mutual
αλληλοπαθής
mutual
κοινός
mutual
αμοιβαίος
mutual aid
αμοιβαία βοήθεια
mutuality
αμοιβαιότητα
muzzle
ρύγχος
muzzle
φίμωτρο
muzzleloader
εμπροσθογεμές όπλο
my
μου
my car has broken down
το αυτοκίνητό μου χάλασε
my kingdom for a horse
αντί πινακίου φακής
my name is
το όνομά μου είναι
myalgia
μυαλγία
myalgic
μυαλγικός
Myanmar
Μυανμάρ
Myanmar
Βιρμανία
Mycenae
Μυκήνες
Mycenaean
μυκηναϊκός
Mycenaean
Μυκηναία
Mycenaean
Μυκηναίος
Mycenaean Greek
μυκηναϊκή διάλεκτος
mycobacterium
μυκοβακτήριο
mycology
μυκητολογία
mycotic
μυκητιασικός
mydriasis
μυδρίαση
myelofibrosis
μυελοΐνωση
myelofibrosis
μυελοσκλήρυνση
myelopathy
μυελοπάθεια
Mykolaiv
Μικολάιβ
Mykolaiv
Νικολάεβ
Mykonos
Μύκονος
myocarditis
μυοκαρδίτιδα
myocardium
μυοκάρδιο
myoma
μύωμα
myometrium
μυομήτριο
myopic
μυωπικός
myositis
μυοσίτιδα
myotrophy
μυατροφία
Myra
Μάιρα
myriad
μυριάδα
myriapod
μυριάποδο
myringoplasty
μυριγγοπλαστική
myrmecophily
μυρμηκοφιλία
myroblyte
μυροβλύτης
myroblyte
μυροβλύτισσα
myrrh
σμύρνα
myrrh
μύρο
myrtle
μυρτιά
myrtle
μύρτος
Myrtoan Sea
Μυρτώο Πέλαγος
myself
ο εαυτός μου
mysterious
μυστήριος
mysterious
μυστηριώδης
mystery
μυστήριο
mystic
μυστικός
mystic
μυστήριος
mystic
μυστηριώδης
mystic
μυστικίστρια
mystic
μυστικιστής
mysticism
μυστικισμός
mysticism
μυστικοπάθεια
Mystras
Μυστράς
myth
μύθος
mythical
μυθικός
mythology
μυθολογία
mythomania
μυθομανία
mythos
μύθος
Mytilene
Μυτιλήνη
myxoma
μύξωμα
myxomatosis
μυξωμάτωση