English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“M” Words

Muhammad
Μωάμεθ
mujahid
μουτζαχίντ
mujik
μουζίκος
mukhtar
μουχτάρης
mulatto
μιγάς
mulberry
μουριά
mulberry
μούρο
mule
μουλάρι
mule
ημίονος
muleteer
αγωγιάτης
muleteer
μουλαράς
mull
τέλα
mullah
μουλάς
mulled wine
γκλουβάιν
mullein
βερμπάσκο
mullein
φλόμος
mullet
κέφαλος
multi-
πολυ-
multicollinearity
πολυσυγγραμμικότητα
multicolored
πολύχρωμος
multicolumn
πολύστηλος
multicore
πολυπύρηνος
multicrisis
πολυκρίση
multicultural
πολυπολιτισμικός
multiculturalism
πολυπολιτισμικότητα
multidimensional
πολυδιάστατος
multidimensionality
πολυδιάστατος χαρακτήρας
multidimensionality
πολυδιαστασιμότητα
multidisciplinary
πολυεπιστημονικός
multidisciplinary
πολυθεματικός
multifractal
πολυκλαστικός
multifractal
πολυμορφοκλασματικός
multifrequency
πολυσυχνοτικός
multilateral
πολύπλευρος
multilateral
πολυμερής
multilateralism
πολυμέρεια
multilayered
πολυεπίπεδος
multilevel
πολυεπίπεδος
multilingual
πολύγλωσσος
multilingual
γλωσσομαθής
multimedia
πολυμέσο
multimillionaire
πολυεκατομμυριούχος
multimodal
πολυτροπικός
multimorbid
πολυνοσηρός
multimorbidity
πολυνοσηρότητα
multiple inheritance
πολλαπλή κληρονομικότητα
multiplex
πολυπλέκω
multiplexer
πολυπλέκτης
multiplication
πολλαπλασιασμός
multiplication sign
επί
multiplication table
προπαίδεια
multiplicity
πολλαπλότητα
multiplicity
πλήθος
multiplier
πολλαπλασιαστής
multiply
πολλαπλασιάζω
multipolar
πολυπολικός
multipolarity
πολυπολικότητα
multiprocessing
πολυεπεξεργασία
multiracial
πολυφυλετικός
multitool
πολυεργαλείο
multitude
πλήθος
multitude
πλήθος
multitude
μάζα
multiuser
πολυχρηστικός
multiverse
πολυσύμπαν
mum
μαμά
Mumbai
Βομβάη
mummify
ταριχεύω
mummy
μαμά
mummy
μούμια
mumps
παρωτίτιδα
mumps
μαγουλάδες
mundane
κοσμικός
mundane
γήινος
mundane
κοινότοπος
mundane
πεζός
mundane
άχαρος
Munich
Μόναχο
municipality
δήμος
Münster
Μύνστερ
muon
μιόνιο
mural
τοιχογραφία
murder
φόνος
murder
δολοφονία
murder
ανθρωποκτονία
murder
μαρτύριο
murder
δολοφονώ
murder
σκοτώνω
murder
φονεύω
murderer
δολοφόνος
murderer
φονιάς
murderer
δολοφόνισσα
murderer
φόνισσα
murderess
φόνισσα
murderess
δολοφόνισσα
murderous
φονικός
murderous
δολοφονικός
murderous
φονικός
Murmansk
Μούρμανσκ
murmur
μουρμουρητό
murmur
μουρμούρισμα
murmur
μουρμουρητό
murmur
μουρμούρισμα
murmur
φύσημα
murmur
μουρμουρίζω
Murphy's law
νόμος του Μέρφυ
murrain
επιζωοτία
Muscat
Μουσκάτ
Muscat
Μασκάτ
muscle
μυς
muscle
δύναμη
muscle
ρώμη
Muscovite
μοσχοβίτικος
Muscovite
Μοσχοβίτης
Muscovite
Μοσχοβίτισσα
muscular
μυϊκός
muscular
μυώδης
Muse
μούσα
muse
μούσα
museum
μουσείο
mush
παπάρα
mushroom
μανιτάρι
music
μουσική
music
νότες
music
παρτιτούρα
music of the spheres
μουσική των σφαιρών
music stand
αναλόγιο μουσικής
musical
μουσικός
musical
μιούζικαλ
musical instrument
μουσικό όργανο
musicality
μουσικότητα
musician
μουσικός
musicology
μουσικολογία
musique concrète
συγκεκριμένη μουσική
musk ox
μοσχόβους
musk ox
προβατόβους ο μοσχοφόρος
musket
μουσκέτο
musketeer
μουσκετοφόρος
musketeer
σωματοφύλακας
muskrat
μοσχοπόντικας
Muslim
μουσουλμανικός
Muslim
μουσουλμάνος
Muslim
μουσουλμάνα
muslin
μουσελίνα
mussel
μύδι
Mussolini
Μουσολίνι
must
αναγκαιότητα
must
υποχρέωση
must
μούστος
must
πρέπει