English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“M” Words

moo
μουγκανίζω
moo
μουγκρίζω
mood
διάθεση
moody
κυκλοθυμικός
Moon
σελήνη
Moon
φεγγάρι
moon
φεγγάρι
moon
σελήνη
moon
δορυφόρος
moon
φεγγάρι
moon
σεληνιακός μήνας
moonless
ασέληνος
moonlight
σεληνόφως
moonlit
σεληνοφώτιστος
moonlit
φεγγαρόλουστος
moonwalk
μούνγουοκ
moonwalk
φεγγαροπερπάτημα
Moor
Μαυριτανός
Moor
Μαύρος
moorhen
νερόκοτα
moose
άλκη
moose
αμερικανική έλαφος
moot point
αμφιλεγόμενο θέμα
mop
σφουγγαρίστρα
mop
σφουγγαρίζω
moped
μοτοποδήλατο
Mopsuestia
Μοψουεστία
moraine
λιθώνας
moraine
μοραίνη
moral
ηθικός
moral panic
δημόσια κατακραυγή
moral panic
ηθικός πανικός
morale
ηθικό
morale
φρόνημα
moralist
ηθικολόγος
morality
ηθική
morality
ήθη
morality
ήθος
morality
ήθος
morality
ηθική
morally
ηθικά
Moravia
Μοραβία
moray
σμέρνα
morbidity
νοσηρός
morbidly obese
νοσηρά παχύσαρκος
mordant
δηκτικός
mordant
καυστικός
Mordecai
Μαρδοχαίος
more
περισσότερο
more
πιο
more
περισσότερος
more
κι άλλος
more haste, less speed
σπεύδε βραδέως
more or less
πάνω κάτω
more or less
περισσότερο ή λιγότερο
more or less
σχεδόν
Morea
Μωρέας
Morea
Μωριάς
morello
βύσσινο
moreover
επιπλέον
Morgan
Μόργκαν
Morgan le Fay
Μοργκάνα λε Φέι
Morgan le Fay
Φάτα Μοργκάνα
morgue
νεκροτομείο
morgue
νεκροθάλαμος
morgue
νεκροφυλακείο
moribund
ετοιμοθάνατος
Mormon
μορμονικός
Mormon
μορμόνα
Mormon
μορμόνος
Mormonism
Μορμονισμός
morna
μόρνα
morning
πρωί
morning
πρωινό
morning star
Εωσφόρος
morning-after pill
χάπι της επόμενης ημέρας
Moroccan
μαροκινός
Moroccan
Μαροκινός
Moroccan
Μαροκινή
Morocco
Μαρόκο
moron
καθυστερημένος
moron
βλαμμένος
moron
κρετίνος
moron
βλαμμένος
moron
κρετίνος
morose
σκυθρωπός
morpheme
μόρφημα
morphemic
μορφηματικός
Morpheus
Μορφέας
morphinism
μορφινισμός
morphinism
μορφινομανία
morphism
μορφισμός
morphology
μορφολογία
morphometric
μορφομετρικός
morphosyntactic
μορφοσυντακτικός
morphosyntax
μορφοσύνταξη
Morphou
Μόρφου
Morse code
αλφάβητο Μορς
Morse code
κώδικας Μορς
mortadella
μορταδέλα
mortal
θνητός
mortal
θανάσιμος
mortal
θανάσιμος
mortal
θνητός
mortality
θνησιμότητα
mortar
κονίαμα
mortar
γουδί
mortar
όλμος
mortgage
υποθήκη
mortgage
υποθηκεύω
mortification
προσβολή
mortification
ταπείνωση
mortification
γάγγραινα
mortification
νέκρωση
mosaic
ψηφιδωτό
mosaic
μωσαϊκό
moscovium
μοσκόβιο
Moscow
Μόσχα
Moscow
Μόσκοου
Moselle
Μοζέλ
Moses
Μωυσής
mosque
τζαμί
mosque
τέμενος
mosquito
κουνούπι
mosquito net
κουνουπιέρα
moss
βρύο
moss
μούσκλο
moss
βρύα
moss
βρύο
Mossad
Μοσάντ
Most High
Ύψιστος
most of all
πάνω απ' όλα
Mosul
Μοσούλη
motel
μοτέλ
motet
μοτέτο
moth
νυχτοπεταλούδα
moth-eaten
σκωροφαγωμένος
mothball
ναφθαλίνη
mother
μητέρα
mother
μάνα
mother
μητέρα
mother
ανατρέφω
mother
κανακεύω
Mother of God
Θεοτόκος
Mother of God
θεογεννήτρα
Mother of God
θεογεννήτρια
mother superior
ηγουμένη
mother tongue
μητρική γλώσσα
mother-in-law
πεθερά
mother-of-pearl
φίλντισι