English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“M” Words

magnanimity
μεγαλοψυχία
magnanimous
μεγαλόψυχος
magnesia
μαγνησία
Magnesian
Μαγνησιακός
magnesite
μαγνησίτης
magnesite
λευκόλιθος
magnesium
μαγνήσιο
magnesium oxide
μαγνησία
magnesium sulfate
θειικό μαγνήσιο
magnet
μαγνήτης
magnetar
μάγναστρο
magnetic
μαγνητικός
magnetic
μαγνητικός
magnetic
σαγηνευτικός
magnetic compass
μαγνητική πυξίδα
magnetic field
μαγνητικό πεδίο
magnetic flux
μαγνητική ροή
magnetism
μαγνητισμός
magnetize
μαγνητίζω
magnetize
μαγνητίζω
magnetize
σαγηνεύω
magnificent
μεγαλοπρεπής
magnify
μεγεθύνω
magnolia
μαγνόλια
magpie
καρακάξα
magpie
κίσσα
magus
μάγος
Mahabharata
Μαχαβαράτα
Mahabharata
Μαχαμπαράτα
maharaja
μαχαραγιάς
Maharashtra
Μαχαράστρα
mahleb
μαχλέπι
mahogany
μαόνι
mahogany
μαόνι
mahogany
ερυθρόξυλο
Maia
Μαία
maid
καμαριέρα
maiden
κοπέλα
maiden
κορίτσι
maiden
παρθένα
maiden name
πατρικό όνομα
maiden name
γένος
maidenhair
αδίαντο
maidenly
παρθένος
mail
ταχυδρομείο
mail
θώρακας
mail
πανοπλία
mail
αλληλογραφία
mail
ταχυδρομείο
mail
ταχυδρομείο
mail
ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
mail
ταχυδρομώ
mailboat
ταχυδρομικό πλοίο
mailman
ταχυδρόμος
Main
Μάιν
main
κύριος
main course
κύριο πιάτο
main memory
κεντρική μνήμη
main memory
κύρια μνήμη
Maine
Μέιν
Maine
Μαιν
mainframe
μεγαλόσχημος
mainland
ηπειρωτική χώρα
mainland China
ηπειρωτική Κίνα
mainly
κυρίως
mainstream
επικρατούσα τάση
mainstream
κυρίαρχο ρεύμα
maintain
διατηρώ
maintain
ισχυρίζομαι
Mainz
Μάιντς
Mainz
Μαγεντία
maisonette
μεζονέτα
maize
καλαμπόκι
maize
αραβόσιτος
majesty
μεγαλειότητα
major
μεγάλος
major
μείζων
major
ταγματάρχης
major
επισμηναγός
major
ενήλικας
major
ειδικευόμενος
major
ειδικότητα
major depressive disorder
μείζων καταθλιπτική διαταραχή
major general
υποπτέραρχος
major general
υποστράτηγος
major third
τρίτη μεγάλη
majority
ενηλικιότητα
majority
πλειοψηφία
majority
πλειονότητα
majority
πλειοψηφία
Makassar
Μακασάρ
make
μάρκα
make
κάνω
make
φτιάχνω
make
κατασκευάζω
make
καταλαβαίνω
make
καταφέρνω
make a decision
παίρνω απόφαση
make a living
βγάζω το ψωμί μου
make a mountain out of a molehill
κάνω την τρίχα τριχιά
make a mountain out of a molehill
πνίγομαι σε μια κουταλιά νερό
make a virtue of necessity
κάνω την ανάγκη φιλοτιμία
make an example of
παραδειγματίζω
make do
αγγαρεύω
make hay while the sun shines
στη βράση κολλάει το σίδερο
make love
κάνω έρωτα
make no bones about
έξω απ' τα δόντια
make out
επινοώ
make out
σκαρφίζομαι
make out
φασώνομαι
make room
κάνω χώρο
make time
ξαδειάζω
make up for lost time
αναπληρώνω το χαμένο καιρό
make-up artist
μακιγιέζ
maker
δημιουργός
maker
κατασκευαστής
makeup
μακιγιάζ
makeup
μακιγιάρισμα
malabsorption
δυσαπορρόφηση
Malacca
Μαλάκκα
Malachi
Μαλαχίας
malachite
μαλαχίτης
maladministration
κακοδιοίκηση
Malaga
Μάλαγα
Malagasy
μαλαγασικά
malaise
αδιαθεσία
malapropos
άκαιρος
malaria
ελονοσία
malarkey
μαλακία
Malatya
Μαλάτεια
Malawi
Μαλάουι
Malay
της Μαλαισίας
Malay
μαλαϊκά
Malay
Μαλαισιανή
Malay
Μαλαισιανός
Malay
μαλαισιανά
Malay
μαλαϊκά
Malayalam
μαλαγιαλαμικά
Malaysia
Μαλαισία
Maldives
Μαλδίβες
Malé
Μαλέ
male
αρσενικός
male
αρσενικός
male
αρσενικός
male
άρρενας
male chauvinism
ανδρικός σωβινισμός
male member
ανδρικό μόριο
malevolence
εμπάθεια
malevolence
κακοβουλία
malevolence
μοχθηρία