English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“M” Words

Marseillais
Μασσαλιώτης
Marseillaise
Μασσαλιώτιδα
Marseille
Μασσαλία
Marseille
Μαρσέιγ
Marseille soap
σαπούνι Μασσαλίας
marsh
έλος
marsh
βάλτος
marsh mallow
αλθαία
marsh mallow
νερομολόχα
marsh mallow
δενδρομολόχα
marshal of the RAF
αιθεράρχης
Marshall Islands
Νήσοι Μάρσαλ
marshrutka
μαρσρούτκα
marsupium
μάρσιπος
marten
δενδροκούναβο
marten
κουνάβι
martial
πολεμικός
martial art
πολεμικές τέχνες
martial law
στρατιωτικός νόμος
Martian
αρειανός
Martian
αρειανή
Martian
αρειανό
Martian
αρειανός
Martian
Αρειανή
Martin
Μαρτίνος
Martin
Μάρτιν
Martinique
Μαρτινίκα
martyr
μάρτυρας
martyrdom
μαρτύριο
martyrology
μαρτυρολόγιο
marvel
θαυμάζω
Marx
Μαρξ
Marxian
μαρξικός
Marxism
μαρξισμός
Marxism-Leninism
μαρξισμός-λενινισμός
Marxism-Leninism-Maoism
μαρξισμός-λενινισμός-μαοϊσμός
Marxist
μαρξιστικός
Marxist
μαρξιστής
Marxist
μαρξίστρια
Marxist-Leninist
μαρξιστικός-λενινιστικός
Marxist-Leninist
μαρξίστρια-λενινίστρια
Marxist-Leninist
μαρξιστής-λενινιστής
Mary
Μαρία
Mary
Μαρία
Mary
Μαίρη
Mary
Μαρύ
Mary Magdalene
Μαρία Μαγδαληνή
Maryland
Μέριλαντ
marzipan
αμυγδαλόπαστα
marzipan
μάρτσιπαν
mascara
μάσκαρα
masculine
αρσενικός
masculine
ανδρικός
masculine
ανδροπρεπής
masculine
ανδρικός
masculine
αρσενικός
masculine
αρσενικός
masculinity
αρρενωπότητα
mash
λιώνω
mash
πολτοποιώ
mashed potatoes
πουρές
mask
μάσκα
mask
προσωπείο
mask
μορμολύκειο
mask
προσωπίδα
mask
μεταμφίεση
mask
μάσκα
masochism
μαζοχισμός
masochist
μαζοχίστρια
masochist
μαζοχιστής
mason
κτίστης
mason
λιθοδόμος
masonic
τεκτονικός
masonry
ελευθεροτεκτονισμός
masonry
λιθοδομή
Masoretic
μασορετικός
Mass
λειτουργία
mass
μάζα
mass
λειτουργία
mass media
μέσα μαζικής ενημέρωσης
mass media
ΜΜΕ
mass medium
μέσο μαζικής ενημέρωσης
mass number
μαζικός αριθμός
mass surveillance
μαζική επιτήρηση
mass surveillance
μαζική παρακολούθηση
mass transit
ΜΜΜ
mass transit
μέσα μαζικής μεταφοράς
Massachusetts
Μασαχουσέτη
massacre
σφαγή
massage
μάλαξη
massage
μάλλαξη
massage
μαλάσσω
massif
μασίφ
mast
ιστός
mast
κατάρτι
mastaba
μασταμπάς
master
κεντρικός
master
κύριος
master
αυθεντικός
master
κύριος
master
αφέντης
master
κύριος
master
καπετάνιος
master
πλοίαρχος
master
αφεντικό
master
μάστορας
master
αριστοτέχνης
master
δάσκαλος
master
αρχιτεχνίτης
master
μάστορας
master
κύριος
master
πρωτότυπο
master
κατέχω
master
κυβερνώ
master
κυριαρχώ
master craftsman
αρχιτεχνίτης
master of ceremonies
παρουσιαστής
master's degree
μεταπτυχιακό
mastermind
ιθύνων νους
masterpiece
αριστούργημα
mastery
αυθεντία
mastery
υπεροχή
mastic
μαστίχα
mastic
μαστιχιά
mastic
μαστιχόδεντρο
Mastichochoria
Μαστιχοχώρια
mastitis
μαστίτις
Mastodon
μαστόδοντας
mastodon
μαστόδοντας
masturbate
αυνανίζομαι
masturbation
αυνανισμός
masturbation
μαλακία
masturbator
αυνανιστής
masturbator
μαλάκας
masturbator
μαλάκω
masturbatory
αυνανιστικός
matador
ταυρομάχος
match
αγώνας
match
ματς
match
σπίρτο
matcha
μάτσα
matchbox
σπιρτόκουτο
matching
ταιριαστός
matchmaker
προξενήτρα
matchmaker
προξενητής
matchmaking
προξενιό
matchmaking
συνοικέσιο
mate
συνάδελφος
mate
συνεργάτης
mate
σύντροφος