English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“P” Words

photojournalist
φωτοδημοσιογράφος
photolysis
φωτόλυση
photomontage
φωτομοντάζ
photon
φωτόνιο
photophobia
φωτοφοβία
photorealism
φωτορεαλισμός
photosphere
φωτόσφαιρα
photosynthesis
φωτοσύνθεση
phototropism
φωτοτροπισμός
photovoltaic
φωτοβολταϊκός
photovoltaic cell
φωτοβολταϊκό
phrasal
εκφραστικός
phrasal
φραστικός
phrasal verb
περιφραστικό ρήμα
phrase
φράση
phrase
φράζειν
phrasebook
λεξικό εκφράσεων
phraseology
φρασεολογία
phrygana
φρύγανα
Phrygia
Φρυγία
Phrygian
φρυγικός
Phrygian
Φρύγας
Phrygian
φρυγικά
Phrygian
φρυγική
Phrygian cap
Φρυγικός σκούφος
phthiriasis
φθειρίαση
phthisic
φθισικός
phthisis
φθίση
Phthonus
Φθόνος
phylactery
τεφιλίν
phyllite
φυλλίτης
phyllo
φύλλο
phyllotaxis
φυλλοταξία
phylloxera
φυλοξήρα
phylogenetics
φυλογενετική
phylum
φύλο
physical
φυσικός
physical
σωματικός
physical
σωματικός
physical
σωματική εξέταση
physical chemistry
φυσικοχημεία
physical education
φυσική αγωγή
physical quantity
φυσικό μέγεθος
physicalism
φυσισμός
physicalist
φυσίστρια
physicalist
φυσιστής
physician
ιατρός
physician
γιατρός
physicist
φυσικός
physicomathematician
φυσικομαθηματικός
physics
φυσική
physiognomic
φυσιογνωμικός
physiognomist
φυσιογνωμιστής
physiognomy
φυσιογνωμία
physiognomy
φυσιογνωμική
physiography
φυσιογραφία
physiological
φυσιολογικός
physiology
φυσιολογία
physiotherapeutic
φυσιοθεραπευτικός
phytogeographical
φυτογεωγραφικός
phytohormone
φυτοορμόνη
phytolith
φυτόλιθος
phytoplankton
φυτοπλαγκτόν
pi
πι
pia mater
χοριοειδής μήνιγξ
Piacenza
Πιατσέντσα
Piacenza
Πλακεντία
pianist
πιανίστας
piano
πιάνο
piano
κλειδοκύμβαλο
Piauí
Πιαουί
Picardy
Πικαρδία
picaresque
πικαρέσκο
piccolo
πίκολο
pick one's nose
σκαλίζω τη μύτη μου
pick up
σηκώνω
pick-up line
ατάκα
pickaninny
αραπάκι
pickaxe
αξίνα
pickle
διαβολάκι
pickle
ζιζάνιο
pickle
πίκλα
pickle
τουρσί
pickle
τουρσί
pickle
άλμη
pickle
γάρος
pickle
διαβολάκι
pickle
ζιζάνιο
pickling lime
ασβεστόνερο
pickpocket
πορτοφολάς
pickup cover
μαγνητοκαλύπτρα
pickup truck
ημιφορτηγό
pickup truck
φορτηγάκι
picnic
πικνίκ
picosecond
πικοδευτερόλεπτο
picric acid
πικρικό οξύ
pictogram
εικονοσύμβολο
pictogram
εικονόγραμμα
picture
εικόνα
picture
θέαμα
picture
οπτική παράσταση
picture
φωτογραφία
picture
κινηματογράφος
picture dictionary
εικονικό λεξικό
picture frame
κάδρο
picture frame
κορνίζα
picturesque
γραφικός
PIE
ΠΙΕ
pie
πίτα
piece
κομμάτι
pied
παρδαλός
pied avocet
ευρωπαϊκή αβοκέτα
pied kingfisher
κήρυλος
Piedmont
Πεδεμόντιο
Piedmontese
Πιεμοντέζα
Piedmontese
Πιεμοντέζος
Piedmontese
πιεμοντέζικα
piemontite
πιεμοντίτης
pier
αποβάθρα
pier
μώλος
pierce
διαπερνώ
pierce
διεισδύω
pierce
τορέω
pierce
τρυπώ
pierce
διαπερνώ
Pieria
Πιερία
Pierre
Πιερ
pietism
θρησκοληψία
pietistic
θρησκόληπτος
piety
ευσέβεια
piety
σεβασμός
piezoelectricity
πιεζοηλεκτρισμός
piezometry
πιεζομετρία
pig
γουρούνι
pig
χοίρος
pig
γουρούνι
pig
γουρούνι
pig
βρωμιάρης
pig in a poke
γουρούνι στο σακί
pig iron
αργός σίδηρος
pig Latin
κορακίστικα
pigeon
περιστέρι
pigeon
κορόιδο
pigeon
θύμα
pigeon loft
περιστεροτροφείο
pigeonhole
περιστερώνας
pigeonhole
γραμματοθυρίδα
pigeonhole
θυρίδα
piggy bank
κουμπαράς
piglet
γουρουνόπουλο