English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“P” Words

patronage
πελατεία
patronage
πατρονάρισμα
patronym
πατρώνυμο
patronym
πατρωνυμικό
patronym
πατρώνυμο
patronymic
πατρώνυμο
patronymic
πατρωνυμικός
pattern
πρότυπο
pattern
υπόδειγμα
pattern
μοτίβο
pattern
πρότυπο
pattern matching
αντιπαραβολή προτύπων
patty
μπιφτέκι
paucity
ελαχιστότητα
paucity
σπανιότητα
paucity
έλλειψη
Paul
Παύλος
Paul
Παύλος
Paul
Πολ
Paul
Πωλ
Paulette
Πολέτ
Pauline
Παυλίνα
Pauline
Πωλίνα
Paulson
Παυλίδης
Paulson
Παυλόπουλος
Paulson
Παύλου
paunch
κοιλιά
paunch
προκοίλι
paunchy
κοιλαράς
paunchy
προγάστωρ
pauper
πένης
pauper
άπορος
pauper
ζητιάνος
pause
παύση
pave the way
ανοίγω τον δρόμο
pavement
πλακόστρωτο
Pavia
Παβία
pavilion
περίπτερο
paw
πόδι
pawn
πιόνι
pawn
στρατιώτης
pawn
ενεχυρίαση
pawn
πιόνι
pawn
ενεργούμενο
pawn
υποχείριο
pawn
ενέχυρο
pawn
ενεχυροδανειστήριο
pawn
ενεχυριάζω
pawnbroker
ενεχυροδανειστής
pawnshop
ενεχυροδανειστήριο
paximadi
παξιμάδι
Paxos
Παξοί
pay
μισθός
pay
πληρώνω
pay
αποδίδω
pay attention
προσέχω
pay attention
δίνω σημασία
pay back
εξοφλώ
pay homage to
αποτίνω φόρο τιμής
pay off
αποπληρώνω
pay off
εξοφλώ
pay off
ξεπληρώνω
payday
ημέρα πληρωμής
payer
πληρωτής
payment
πληρωμή
payroll
μισθοδοσία
PC
Η/Υ
pea
αρακάς
pea
μπιζέλι
pea
μπιζέλι
pea
αρακάς
pea soup
μπιζελόσουπα
pea soup
σούπα φάβας
peace
ειρήνη
peace
ησυχία
peace
γαλήνη
peace
ηρεμία
peace
ηρεμία
peace
ειρήνη
peace
ειρήνη
peace of mind
γαλήνη
peace pipe
πίπα της ειρήνης
peace talks
ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις
peace talks
ειρηνευτικές συνομιλίες
peace treaty
συνθήκη ειρήνης
peacekeeping
διατήρηση της ειρήνης
peacekeeping
ειρηνευτικός
peacemaker
ειρηνοποιός
peach
ροδάκινο
peach
ροδακινιά
peach
ροδακινί
peach
ροδάκινο
peach blossom
άνθος ροδακινιάς
peacock
παγώνι
peak
κορυφή
peak
κορυφώνομαι
peanut
φυστίκι
peanut butter
φυστικοβούτυρο
pear
αχλάδι
pear
αχλαδιά
pear-shaped
αχλαδόσχημος
pearl
μαργαριτάρι
pearl
μαργαριτάρ
Pearl Harbor
Περλ Χάρμπορ
pearl necklace
μαργαριταρένιο περιδέραιο
peasant
χωριάτα
peasant
χωρική
peasant
χωρικός
peasant
αγρότης
peasant
αγροίκος
peasantess
χωριάτα
peasantess
χωρική
peasantry
αγροτιά
peat
τύρφη
peat
ποάνθρακας
pecan
πεκάν
peck
μόδι
peck
τσιμπώ
peck
τσιμπολογώ
Pécs
Πετς
pectin
πηκτίνη
pectinase
πηκτινάση
pecuniary
νομισματικός
pecuniary
χρηματικός
pedagogue
παιδαγωγός
pedalo
πενταλό
pedalo
θαλάσσιο ποδήλατο
pedalo
ποδήλατο
pedant
δοκησίσοφος
pedant
σχολαστικός
pedantic
σχολαστικός
pedantic
δοκησίσοφος
pedantry
σχολαστικότητα
pedantry
δοκησισοφία
peddler
γυρολόγος
peddler
διαδότης
peddler
διαδότρια
pederast
παιδεραστής
pederasty
παιδεραστία
pedestrian
πεζός
pedestrian crossing
διάβαση πεζών
pedestrianization
πεζοδρόμηση
pedestrianize
πεζοδρομώ
pedia
παίδεια
pediatrician
παιδίατρος
pediatrics
παιδιατρική
pedicure
πεντικιούρ
pediment
αέτωμα
pedodontist
παιδοδοντίατρος
pedological
εδαφολογικός