English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“P” Words

pepsin
πεψίνη
peptic
πεπτικός
peptic ulcer
έλκος
peptide
πεπτίδιο
peptide bond
πεπτιδικός δεσμός
peptone
πεπτόνη
per
για κάθε
per
ανά
per
τοις
per se
καθεαυτού
per se
εξ' ορισμού
per se
ως έχει
peraia
Περαία
perceive
αντιλαμβάνομαι
percent
τοις εκατό
percentage
εκατοστιαία αναλογία
percentage
ποσοστό
percentage
ποσοστό
percentual
ποσοστιαίος
perception
αντίληψη
perception
αίσθηση
perception
διορατικότητα
perception
αντίληψη
perception
όραση
perceptive
οξυδερκής
perch
πέρκα
perch
κούρνια
perch
κουρνιάζω
percolate
φιλτράρομαι
percolate
φιλτράρω
percolate
διεισδύω
Percy
Πέρσι
peregrine falcon
πετρίτης
perennial
αέναος
perennial
αέναος
perennial
αιώνιος
perennial
διηνεκής
perennial
πολυετής
perennial
πολυετές
perestroika
περεστρόικα
perfect
τελειοποιώ
perfect passive participle
μετοχή παθητικού παρακειμένου
perfect pitch
απόλυτη ακοή
perfect pitch
απόλυτο αυτί
perfection
τελειότητα
perfectionism
τελειομανία
perfectionism
τελειοθηρία
perfectionist
τελειομανής
perfectionist
τελειοθήρας
perfective aspect
αόριστος
perfective aspect
συνοπτική όψη
perfectly
τέλεια
perfidious
παράσπονδος
perforate
διατρυπώ
perforate
τρυπώ
perforated
διάτρητος
perforated
τρυπητός
perforation
διάτρηση
perforation
διακόρευση
performance
παράσταση
performance
εκπλήρωση
performance
εκτέλεση
performance
επίδοση
performance
απόδοση
performance
επίδοση
perfume
άρωμα
perfume
ευωδιά
perfume
αρωματίζω
perfumery
αρωματοπωλείο
perfumery
αρωματοποιΐα
perfunctory
διεκπεραιωτικός
pergola
πέργκολα
perhaps
ίσως
perhaps
μήπως
perhaps
ενδεχομένως
perhaps
μάλλον
peri-urban
περιαστικός
perianth
περιάνθιο
periapsis
περίαψη
pericarditis
περικαρδίτιδα
pericardium
περικάρδιο
pericarp
περικάρπιο
Pericles
Περικλής
pericope
περικοπή
peridot
φορστερίτης
perihelion
περιήλιο
perilous
επικίνδυνος
perimeter
περίμετρος
perimetric
περιμετρικός
perineum
περίνεο
perineurium
περινεύριο
period
τελεία και παύλα
period
περίοδος
period
τελεία
period
περίοδος
period
ώρα
periodic
περιοδικός
periodic
περιοδικό
periodic
περιοδικός
periodic table
περιοδικός πίνακας των χημικών στοιχείων
periodic table
περιοδικός πίνακας
periodical
περιοδικό
periodically
κατά περιόδους
periodically
περιοδικά
periodically
περιοδικώς
periodicity
περιοδικότητα
periodization
περιοδολόγηση
Perioikoi
Περίοικος
Perioikos
Περίοικος
peripatetic
πλανόδιος
peripatetic
περιοδεύων
peripatetic
περιπατητικός
peripatetic
περιπατητής
peripheral
περιφερειακός
peripheral
περιφερικός
peripheral
περιφερειακός
peripheral
επουσιώδης
peripheral device
περιφεριακή συσκευή
peripheral nervous system
περιφερικό νευρικό σύστημα
peripheral vision
περιφερική όραση
periphery
περιφέρεια
periphrasis
περίφραση
periphrastic
περιφραστικός
periplus
περίπλους
periscope
περισκόπιο
peristalsis
περίσταλση
peristalsis
περισταλτικότητα
peristalsis
περισταλτισμός
peritoneum
περιτόναιο
peritonitis
περιτονίτιδα
perivascular
περιαγγειακός
perjury
ψευδορκία
permanence
μονιμότητα
permanence
σταθερότητα
permanent
μόνιμος
permanent
περμανάντ
permanently
μονίμως
permanently
μόνιμα
permeable
διαπερατός
Permian
Πέρμια
permille
τοις χιλίοις
permission
άδεια
permission
έγκριση
permission
δικαίωμα
permission
άδεια
permission
άδεια
permission
δικαίωμα
permit
επιτρέπω
Pernambuco
Περναμπούκο
pernicious
ολέθριος