English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“R” Words

roaring
γέλιο
roaring
κραυγή
roast
ψητός
roast
ψήνω
roast
καβουρδίζω
roast beef
ροσμπίφ
roast beef
ροστ μπιφ
roasting pan
ταψί
rob
ληστεύω
rob
κλέβω
rob
αποστερώ
rob
διαρρηγνύω
rob
ληστεύω
robber
ληστής
Robert
Ροβέρτος
Robert
Ρόμπερτ
robin
κοκκινολαίμης
Robin Hood
Ρομπέν των Δασών
robot
ρομπότ
robotic
ρομποτικός
robotics
ρομποτική
robust
ρωμαλέος
Rochefort
Ροσφόρ
rock
βράχος
rock
πέτρα
rock
πέτρωμα
rock
πέτρα
rock
πολύτιμος λίθος
rock
ροκ
rock and roll
ροκ εντ ρολ
rock dove
αγριοπερίστερο
rock dove
αρκοπέζουνο
rock music
ροκ μουσική
rock partridge
πετροπέρδικα
rock samphire
κρίταμο
rocker
ροκάς
rocket
πύραυλος
rocket launcher
ρουκετοβόλο
rocking chair
κουνιστή καρέκλα
rockstar
αστέρι της ροκ
rocky
βραχώδης
Rocky Mountains
Βραχώδη Όρη
rod
ραβδί
rod
καλάμι
rod
ράβδος
rod
ραβδίο
rodent
τρωκτικό
rodenticide
τρωκτικοκτόνο
roe
αυγοτάραχα
roe deer
ζαρκάδι
roentgenium
ρεντγκένιο
Roger
Ρογήρος
Roger
Ρότζερ
rogue
απατεώνας
rogue
κάθαρμα
rogue
παλιόμουτρο
rogue
κατεργάρης
rogue
αλήτης
Roland
Ρολάνδος
role
ρόλος
roll call
προσκλητήριο
roller
χαλκοκουρούνα
roller blind
ρολό
roller mill
κυλινδρόμυλος
roller skate
πατίνι
rollerblade
τροχοπέδιλο
rollercoaster
τρενάκι του τρόμου
rollercoaster
τρενάκι του λούνα παρκ
rolling pin
πλάστης
rolling stock
τροχαίο υλικό
Rom
Ρομ
Roma
Ρομ
Roma
Ρομά
romaine lettuce
μαρούλι ρωμάνα
romaji
ρομάτζι
Roman
ρωμαϊκός
Roman
Ρωμαίος
Roman
λατινικός
Roman
ρωμαιοκαθολικός
Roman
Ρωμαίος
Roman
ρωμαϊκός
Roman
λατινικό αλφάβητο
Roman Catholic
ρωμαιοκαθολικός
Roman Catholic
ρωμαιοκαθολικός
Roman Catholic Church
Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία
Roman Catholicism
ρωμαιοκαθολικισμός
Roman Empire
Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία
Roman Empire
Βασιλεία Ρωμαίων
Roman road
Ρωμαϊκή οδός
Romance
ρομανικός
Romance
ρομανικές γλώσσες
romance
ρομάντζο
Romance language
ρομανική γλώσσα
Romanesque
ρομανικός
Romani
Ρομανί γλώσσα
Romania
Ρουμανία
Romanian
Ρουμάνα
Romanian
Ρουμάνος
Romanian
ρουμανικά
Romanian
ρουμάνικα
Romanianization
εκρουμανισμός
Romanoff
Ρομανώφ
Romans
προς Ρωμαίους
romantic
ρομαντικός
romantic comedy
ρομαντική κωμωδία
romanticism
ρομαντισμός
Rome
Ρώμη
Rome
ρωμαϊκή αυτοκρατορία
Rome
Ρώμη
Rome wasn't built in a day
η Ρώμη δεν χτίστηκε σε μια μέρα
Romeo
Ρωμαίος
Romeo and Juliet
Ρωμαίος και Ιουλιέτα
Romulus
Ρωμύλος
Ronald
Ρονάλδος
Rondônia
Ροντόνια
roof
στέγη
roof
σκεπή
roof
οροφή
roof
οροφή
roof
στεγάζω
rook
χαβαρόνι
rook
σταροκόρακας
rook
πύργος
rook
αγύρτης
rook
απατεώνας
rook
χαρτοκλέφτης
room
χώρος
room
δωμάτιο
room
δωμάτιο
room
δωμάτιο
room
κρεβατοκάμαρα
room
αίθουσα
roommate
συγκάτοικος
rooster
κόκορας
rooster
πετεινός
rooster
αλέκτορας
root
ρίζα
root about
ανασκαλεύω
rope
σχοινί
rope
σκοινί
rope ladder
ανεμόσκαλα
ropewalk
σχοινοποιείο
Roquefort
ροκφόρ
Roraima
Ροράιμα
Rorschach test
τεστ Ρόρσαχ
rosalia longicorn
ροσάλια η αλπική
rosary
ροζάριο
rose
ρόδινο
rose
τριανταφυλλί
rose
τριανταφυλλιά