English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“R” Words

revenue
έσοδο
revenue
εισόδημα
revenue stamp
χαρτόσημο
reverberate
αντηχώ
revered
σεβαστός
revered
σεπτός
Reverend
αιδεσιμότατος
reversal
αναστροφή
reverse
αντίστροφο
reverse
όπισθεν
reverse engineering
ανάστροφη μηχανίκευση
reverse Polish notation
αντίστροφος πολωνικός συμβολισμός
reverse-engineer
ανάστροφος μηχανικός
reversible
αναιρέσιμος
reversible
αναστρέψιμος
revert
επαναφέρω
revise
αναθεωρώ
revision
αναθεώρηση
revision
αναθεώρηση
revision
διασκευή
revisionism
αναθεωρητισμός
revisionism
ρεβιζιονισμός
revitalise
αναζωογονώ
revitalization
ανανέωση
revithosalata
ρεβιθοσαλάτα
revive
αναζωογονώ
revocation
ανάκληση
revocatory
ανακλητικός
revoke
ανακαλώ
revolt
στάση
revolt
επαναστατώ
revolution
επανάσταση
revolution
περιστροφή
revolution
επανάσταση
revolutionary
επαναστατικός
revolutionary
επαναστάτης
revolutionary
επαναστάτρια
revolve
περιστρέφομαι
revolve
περιστρέφομαι
revolve
περιστρέφω
revolve
σκέπτομαι
revolver
περίστροφο
reward
ανταμοιβή
reward
αμείβω
rewarm
αναθερμαίνω
Reykjavík
Ρέικιαβικ
Reykjavík
Ρέυκιαβικ
Reynolds
Ρέινολντς
rhabdomyolysis
ραβδομυόλυση
rhapsody
ραψωδία
Rhea
Ρέα
Rhene
Ρήνη
rhenium
ρήνιο
Rhesus factor
ρέζους
rhetoric
ρητορική
rhetorical
ρητορικός
rhetorical device
μεταφορά
rhetorical question
ρητορική ερώτηση
rhetorician
ρήτορας
rheum
τσίμπλα
rheumatology
ρευματολογία
Rhine
Ρήνος
Rhineland
Ρηνανία
rhinoceros
ρινόκερος
rhinoceros
ρινόκερως
rhinoceros
ριονκερώντος
rhinology
ρινολογία
rhinoplasty
ρινοπλαστική
rhinorrhea
ρινόρροια
rhizome
ρίζωμα
rho
ρο
Rhode
Ρόδη
Rhode Island
Ρόουντ Άιλαντ
Rhodes
Ρόδος
Rhodian
ρόδιος
Rhodian
Ρόδιος
rhodium
ρόδιο
rhododendron
ροδόδενδρο
rhombicosidodecahedron
ρομβοεικοσιδωδεκάεδρο
rhombus
ρόμβος
rhomphaia
ρομφαία
Rhone
Ροδανός
rhotacism
ρωτακισμός
rhubarb
ραβέντι
rhumb line
λοξοδρομία
Rhyacian
Ρυάκια
rhyme
ομοιοκαταληξία
rhyme
ομοιοκαταληκτώ
rhythm
ρυθμός
rhythmic gymnastics
ρυθμική γυμναστική
rhythmically
ρυθμικά
rhyton
ρυτό
rib
νεύρο
rib
πλευρό
rib
παϊδάκι
rib
παΐδι
rib
πλευρά
rib
νομείς
rib
στραβόξυλο
rib
νεύρωση
rib
πείραγμα
rib
πειράζω
rib cage
θώρακας
ribald
άσεμνα
ribbit
βρεκεκέξ
ribbit
κουαξ
ribbon
κορδέλα
ribbon
ταινία
ribbon
ταινία
ribbon
γραμμή εργαλείων
ribosome
ριβόσωμα
rice
ρύζι
rice
όρυζα
rice
ρύζι
rice cooker
κουζίνα ρυζιού
rice flour
αλεύρι ρυζιού
rice flour
ρυζάλευρο
rice pudding
ρυζόγαλο
rich
πλούσιος
rich
εύπορος
rich man
πλούσιος
Richard
Ριχάρδος
Richard
Ρίτσαρντ
Richter
Ρίχτερ
Richter scale
κλίμακα Ρίχτερ
rickets
ραχίτιδα
rickety
ετοιμόρροπος
rickety
ξεχαρβαλωμένος
rickety
σαθρός
rickety
ετοιμόρροπος
rickety
ραχιτικός
rickshaw
δίτροχη χειράμαξα
ricochet
αποστρακισμός
riddle
αίνιγμα
riddle
γρίφος
riddle
κοσκινίζω
riddle
εξηγώ
riddle
λύνω
riddle
ξεδιαλύνω
riddle
τρυπώ
ride
μεταφορά
ride
καβαλάω
rider
αναβάτης
ridged
κυματιστός
ridicule
κοροϊδεύω
ridicule
περιγελώ
ridiculous
γελοίος
ridiculous
αξιογέλαστος
ridiculously
γελοία
riffraff
αληταρία