English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“R” Words

resonance
αντήχηση
resonance
απήχηση
resonant
αντηχητικός
resort
εντευκτήριο
resort
θέρετρο
resort
καταφύγιο
resort
καταφεύγω
resort
προσφεύγω
resound
αντιλαλώ
resounding
αντηχητικός
resource
πόροι
resourceful
επινοητικός
resourceful
πολυμήχανος
resourcefulness
επινοητικότητα
resourcefulness
ευρηματικότητα
respect
σεβασμός
respect
σέβη
respect
σέβομαι
respectable
αξιοσέβαστος
respectable
ευυπόληπτος
respectable
σεβαστός
respectably
αξιοσέβαστα
respective
αντίστοιχος
respectively
αντιστοίχως
respiration
αναπνοή
respiratory distress
αναπνευστική δυσχέρεια
resplendent
αστραφτερός
respond
απαντώ
respond
ανταποκρίνομαι
response
απάντηση
responsibility
ευθύνη
responsibility
ευθύνη
responsibility
υπευθυνότητα
responsibility
υποχρέωση
responsible
υπεύθυνος
responsive
αποκριτικός
rest
ανάπαυση
rest
ηρεμία
rest
ακινησία
rest
παύση
rest
βάση
rest
ακουμπώ
rest
ξεκουράζω
rest
αναπαύομαι
rest
ξεκουράζομαι
rest
ακουμπώ
rest day
ρέπο
rest in peace
αναπαύσου εν ειρήνη
rest on one's laurels
αναπαύομαι στις δάφνες μου
rest on one's laurels
επαναπαύομαι στις δάφνες μου
restart
επανεκκίνηση
restart
επανεκκινώ
restart
ξαναρχίζω
restart
επανεκκινώ
restaurant
εστιατόριο
restaurateur
εστιάτορας
resting place
τόπος ταφής
restless
ανήσυχος
restoration
αναστήλωση
restoration
αποκατάσταση
restoration
επαναφορά
restoration
παλινόρθωση
restore
αποκαθιστώ
restore
επαναφέρω
restore
επιστρέφω
restorer
ανορθωτής
restriction
περιορισμός
restrictive
περιοριστική
restructuring
αναδιάρθρωση
result
αποτέλεσμα
resume
ξαναρχίζω
resurgence
αναβίωση
resurgence
αναζωπύρωση
resurgence
επανεμφάνιση
resurgence
νέα απειλή
resurgent
αναδυόμενος
resurgent
επανεμφανιζόμενος
resurgent
ογκούμενος
resurrect
ανασταίνω
Resurrection
Ανάσταση
resurrection
ανάσταση
resveratrol
ρεσβερατρόλη
ret
ε.α.
ret
μουσκεύω
retable
ντοσάλε
retail
λιανικός
retail
λιανικά
retail
λιανεμπόριο
retail
λιανική
Rethymno
Ρέθυμνο
reticence
εχεμύθεια
reticence
σιωπηλότητα
reticent
κρυψίνους
reticle
σταυρόνημα
reticulum
δίκτυο
retina
αμφιβληστροειδής
retinal
ρετινάλη
retinitis
αμφιβληστροειδίτιδα
retinol
ρετινόλη
retinoscope
σκιοσκόπιο
retire
συνταξιοδοτούμαι
retirement
συνταξιοδότηση
retirement home
οίκος ευγηρίας
retiring
απομακρυσμένος
retort
αποστακτήρας
retract
συμπτύσσω
retract
ανακαλώ
retransmit
αναμεταδίδω
retreat
υποχώρηση
retreat
αποτραβιέμαι
retribution
ανταπόδοση
retrieve
πίσω
retrieve
παίρνω
retrieve
διορθώνω
retrieve
επανορθώνω
retroactive
αναδρομικός
retroactively
αναδρομικά
retroflex
ανάστροφο
retronym
παλινώνυμο, αναβαπτιστής
retroperitoneal
οπισθοπεριτοναϊκός
retrospectivity
αναδρομικότητα
retrovirus
ρετροϊός
retsina
ρετσίνα
return
επιστροφή
return
επαναφορά
return
γυρίζω
return
επιστρέφω
return fire
αντιπυροβολώ
return ticket
εισιτήριο μετ' επιστροφής
reunification
επανένωση
Réunion
Ρεϋνιόν
Réunion
Ρεουνιόν
reunite
επανενώνω
reuse
επαναχρησιμοποίηση
reuse
επαναχρησιμοποιώ
revalidate
επανεπικυρώνω
revalidation
επανεπικύρωση
revanchism
ρεβανσισμός
revanchist
ρεβανσιστικός
revanchist
ρεβανσίστρια
revanchist
ρεβανσιστής
reveal
αποκαλύπτω
revealing
αποκαλυπτικός
reveille
εγερτήριο
Revelation
Αποκάλυψη
revelation
αποκάλυψη
revenge
εκδίκηση
revenge
εκδικούμαι
revenge is a dish best served cold
η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που τρώγεται κρύο
revenge porn
εκδικητική πορνογραφία