English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“R” Words

relic
λείψανο
relict
λείψανο
relief
ανάγλυφο
relief
ανακούφιση
religion
θρησκεία
religious
θρήσκος
religious
θρησκευτικός
religious studies
θρησκειολογία
reliquary
λειψανοθήκη
reload
αναγομώνω
reluctance
επιφυλακτικότητα
reluctantly
διστακτικά
remain
παραμένω
remainder
υπόλοιπος
remainder
υπόλοιπο
remake
ριμέικ
remedy
γιατρικό
remedy
φάρμακο
remedy
γιατρεύω
remember
θυμάμαι
remilitarization
επαναστρατιωτικοποίηση
remind
υπενθυμίζω
remind
θυμίζω
reminder
υπενθύμιση
reminisce
αναπολώ
reminiscence
ανάμνηση
remission
απαλλαγή
remission
άφεση
remission
μείωση οφειλής
remittance
έμβασμα
remix
διασκευή
remix
ρίμιξ
remnant
ρετάλι
remonstrate
διαμαρτύρομαι
remorse
ενοχή
remorse
τύψη
remote
τηλεχειριστήριο
remote control
τηλεχειριστήριο
remote sensing
τηλεανίχνευση
remote sensing
τηλεπισκόπηση
remotely
ελάχιστα
removable
αφαιρέσιμος
removable
αφαιρετός
removable
μετακινητός
removal van
κινούμενο φορτηγό
remove
βγάζω
Remus
Ρέμος
Renaissance
αναγεννησιακός
Renaissance
αναγέννηση
Renaissance
Αναγέννηση
renal
Greek: νεφρικός
renaming
μετονομασία
Renault
Renault
render
απόδοση
render
αποδίδω
rendezvous
ραντεβού
renegade
αντάρτης
renegade
αντάρτισσα
renegade
εκτός νόμου
renegade
αποστάτης
renegade
αποστάτισσα
renegade
αποστάτρια
renegade
αρνησίθρησκος
renegade
εξωμότης
renege
αθετώ
renegotiate
επαναδιαπραγματεύομαι
renew
ανανεώνω
rennet
πυτιά
renovate
ανακαινίζω
renovator
ανανεωτής
renown
φήμη
renown
δόξα
rent
ενοίκιο
rent
σχίσιμο
rent
ενοίκιο
rent
μίσθωμα
rent
ενοικιάζω
rent
μισθώνω
rent
ενοικιάζω
renunciation
απάρνηση
renunciation
αποκύρηξη
renunciation
αποκύρηξη
reorganization
αναδιοργάνωση
reorganize
ανασυντάσσω
reorientation
αναπροσανατολισμός
repair
επιδιόρθωση
repair
επισκευή
repair
επισκευάζω
repair
επιδιορθώνω
repairability
επισκευασιμότητα
reparable
επισκευάσιμος
reparation
αποζημίωση
reparation
επανόρθωση
reparation
αποκατάσταση
reparation
επιδιόρθωση
repatriate
επαναπατρισμένος
repatriate
επαναπατρίζω
repatriation
επαναπατρισμός
repeat
επαναλαμβάνω
repeated
αλλεπάλληλος
repeated
επαναλαμβανόμενος
repechage
ρεπεσάζ
repent
μετανιώνω
repent
μετανοώ
repentance
μεταμέλεια
repentance
μετάνοια
repentance
μεταμέλεια
repentant
μετανιωμένος
repercussion
αντίκτυπος
repercussion
επίπτωση
repertoire
ρεπερτόριο
repertoire
δραματολόγιο
repetition
επανάληψη
repetition
απαντώ
repetitive
επαναληπτικός
rephrase
αναδιατυπώνω
replace
αντικαθιστώ
replace
ανατοποθετώ
replacement
υποκατάστατος
replacement
αντικαταστάτης
replacement
υποκατάστατο
replacement
αλλαγή
replacement
αντικατάσταση
replacement
υποκατάσταση
replica
αντίγραφο
reply
απάντηση
reply
απαντώ
report
αναφορά
report
έκθεση
report
εκπυρσοκρότηση
reported speech
πλάγιος λόγος
reporter
ρεπόρτερ
reporter
δημοσιογράφος
repose
ανάπαυση
repose
αναπαύω
repository
αποθήκη
repository
αποθετήριο
repository
αποθετήριο
repository
μυστικοσύμβουλος
reprehensible
αξιοκατάκριτος
reprehensible
αξιόμεμπτος
reprehensible
κατακριτέος
reprehensible
αξιόμεμπτος
reprehensible
κατακριτέος
represent
αναπαριστάνω
represent
αντιπροσωπεύω
represent
εκπροσωπώ
represent
αναπαριστάνω
represent
αντιπροσωπεύω
represent
εκπροσωπώ