English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“T” Words

trooper
στρατιωτικός
troparion
τροπάριο
trope
τρόπος
trophic
τροφικός
trophy
τρόπαιο
tropic
τροπικός
Tropic of Cancer
Τροπικός του Καρκίνου
Tropic of Capricorn
Τροπικός του Αιγόκερω
tropical
τροπικός
tropical cyclone
τροπικός κυκλώνας
tropism
τροπισμός
troponin
τροπονίνη
tropopause
τροπόπαυση
Trotsky
Τρότσκι
Trotskyism
τροτσκισμός
Trotskyite
τροτσκιστικός
Trotskyite
τροτσκίστρια
Trotskyite
τροτσκιστής
troubadour
τροβαδούρος
trouble
μπελάς
trouble
ταραχή
trouble
φασαρία
trouble
ταραχή
trouble
φασαρία
trouble
μπελάς
trouble
πρόβλημα
trouble
προβλήματα
trouble
ενοχλώ
trough
σκάφη
trout
πέστροφα
trowel
μυστρί
Troy
Τροία
Troyes
Τρουά
truancy
σκασιαρχείο
truancy
φυγοπονία
truck
φορτηγό
truck
νταλίκα
truck
φορτάμαξα
truck
οδηγώ φορτηγό
truck driver
νταλικέρης
truck driver
νταλικέρισσα
truck driver
φορτηγατζής
truck driver
φορτηγατζού
true
αληθινός
true
αληθής
true
αληθινός
true
πιστός
true
αληθινός
true
αυθεντικός
true
νόμιμος
true
αληθεύει
True Cross
Τίμιος Σταυρός
True Cross
τίμιο ξύλο
true or false
σωστό ή λάθος
truffle
ύτανο
truffle
τρούφα
truism
κοινοτυπία
truly
αληθώς
truly
ειλικρινά
truly
πράγματι
truly
όντως
Trump
Τραμπ
trump
ατού
trump
κόζι
trump
ατού
trumpet
τρομπέτα
trumpet
σάλπιγγα
trumpet
σαλπιγκτής
trumpet
τρομπέτα
trumpet
τρομπετίστας
trumpet
σάλπισμα
trumpet
διασαλπίζω
trumpet
σαλπίζω
truncate
κολοβός
truncate
περικομμένος
truncate
ακρωτηριασμένος
truncate
κολοβός
truncate
κονταίνω
truncate
περικόπτω
truncated icosahedron
κόλουρο εικοσάεδρο
truncation
αποκοπή
truncation
περικοπή
truncation
αποκοπή
truncation
κολόβωση
truncheon
γκλοπ
trunk
προβοσκίδα
trunk
κασέλα
trunk
μπαούλο
trunk
σεντούκι
trunk
πορτμπαγκάζ
trunk
αποσκευές
trunk
κόμβος
trunk
κορμός
trust
εμπιστοσύνη
trust
πίστη
trust
πίστωση
trust
καταπίστευμα
trust
σύμπραξη
trust
εμπιστεύομαι
trust
πιστεύω
trustee
διαχειριστής
trustworthiness
αξιοπιστία
trustworthy
αξιόπιστος
truth
αλήθεια
truth
αλήθεια
truth
ορθότητα
truth
αλήθεια
truth
πραγματικότητα
truth serum
όρος της αλήθειας
truth table
πίνακας αληθείας
truth value
αληθοτιμή
truth value
τιμή αλήθειας
try
απόπειρα
try
προσπαθώ
try
δικάζω
try
πειραματίζομαι
try
δοκιμάζω
try
προσπαθώ
try
δικάζω
try
πειραματίζομαι
try on
δοκιμάζω
trypanosome
τρυπανόσωμα
trypophobia
τρυποφοβία
trypsin
θρυψίνη
tryptophan
θρυπτοφάνη
tryst
ραντεβού
tryst
συνάντηση
tryst
συμφωνία
Tsakonia
Τσακωνιά
Tsakonian
τσακωνικός
Tsakonian
τσακώνικος
Tsakonian
Τσάκωνας
Tsakonian
Τσακώνισσα
Tsakonian
τσακώνικα
tsampouna
τσαμπούνα
tsar
τσάρος
tsarina
τσαρίνα
tsarina
τσαρίτσα
tsarism
τσαρισμός
tsitacism
τσιτακισμός
Tsukuyomi
Τσουκιγιόμι
Tsukuyomi
Τσουκουγιόμι
tsunami
τσουνάμι
Tswana
τσουάνα
tteokbokki
τόκποκι
Tuareg
Τουαρέγκ
tub
κάδος
tube
σωλήνας
tubercular
φυματικός
tuberculosis
φυματίωση