English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“T” Words

translation
μετάφραση
translation studies
μεταφρασεολογία
translation studies
μεταφρασιολογία
translation studies
μεταφραστικές σπουδές
translator
μεταφραστής
translator
μεταφραστής
translator
μεταφράστρια
translator
μηχανικός μεταφραστής
translingual
διαγλωσσικός
transliteration
μεταγραμματισμός
translucent
ημιδιαφανής
translucent
διαυγής
translucent
διαφανής
transmigration
αποδημία
transmigration
μετανάστευση
transmigration
μετεμψύχωση
transmissible spongiform encephalopathy
μεταδοτική σπογγοειδής εγκεφαλοπάθεια
transmission
διάδοση
transmission
μετάδοση
transmission
μετάδοση
transmission
μεταβίβαση
transmission
κιβώτιο ταχυτήτων
transmission
ταχύτητες
transmit
μεταδίδω
transmitter
διαβιβαστής
transmitter
πομπός
transmitter
πομπός
transmitter
αναμεταδότης
transnational
διεθνικός
transnational
υπερεθνικός
Transnistria
Υπερδνειστερία
transom window
φεγγίτης
transparency
διαφάνεια
transparent
διαφανής
transperitoneal
διαπεριτοναϊκός
transphobia
τρανσφοβία
transphobia
τρανφοβία
transpiration
διαπνοή
transpiration
εφίδρωση
transpiration
ανάδοση
transpire
μαθεύομαι
transport
μεταφορά
transport
μετακίνηση
transport
όχημα
transport
μετακινώ
transport
οχούμαι
transport
εκπατρίζω
transport
εξορίζω
transport
εκστασιάζω/εκστασιάζομαι
transport
συνεπαίρνω/συνεπαίρνομαι
transportation
μεταφορά
transportation
διακίνηση
transpose
αναστρέφω
transpose
αντιμεταθέτω
transpose
διασκευάζω
transpose
αντιμεταθέτω
transsexual
διαφυλικός
transsexual
τρανσέξουαλ
transsexual
διαφυλικός
transsexual
τρανσέξουαλ
transsexuality
τρανσεξουαλικότητα
transsexuality
τρανσεξουαλισμού
transubstantiate
μετουσιώνω
transubstantiation
μετουσίωση
transversely
εγκάρσια
transversely
εγκαρσίως
transvestism
παρενδυσία
transvestite
τραβεστί
Transylvania
Τρανσυλβανία
trap
παγίδα
trap
δόκανο
trap
παγίδα
trap
σιφώνι
trap
παγιδεύω
trap
στήνω παγίδες
trapdoor
καταπακτή
trapezium
τραπέζιο
trapped
εγκλωβισμένος
trash
σκουπίδια
trash
απορρίματα
trauma
τραύμα
traumatic
τραυματικός
traumatology
τραυματολογία
travel
ταξίδι
travel
ταξιδεύω
traveller
ταξιδιώτης
traveller
ταξιδιώτισσα
traveller
ταξιδιώτρια
traveller's cheque
ταξιδιωτική επιταγή
travelling salesman problem
πρόβλημα του πλανόδιου πωλητή
traverse
διασχίζω
traverse
διατρέχω
traverse
διατρέχω
trawler
τράτα
tray
δίσκος
treacherous
δόλιος
treacherous
προδοτικός
treacherous
δόλιος
treacherous
επίβουλος
treacherous
ύπουλος
treachery
δολιότητα
treachery
επιβουλή
treachery
κακοπιστία
treachery
προδοσία
tread water
δεν προκόβω
treason
προδοσία
treasure
θησαυρός
treasure hunt
κυνήγι θησαυρού
treasure trove
εύρημα
treasure trove
κρυμμένος θησαυρός
treasurer
υπουργός οικονομικών
treasurer
ταμίας
treasury
θησαυροφυλάκιο
treat
δώρο
treat
κέρασμα
treat
δώρο
treat
χαρά
treat
κάνω δώρο
treat
χαρίζω
treat
μιλώ
treat
πραγματεύομαι
treat
αντιμετωπίζω
treat
μεταχειρίζομαι
treat
συμπεριφέρομαι
treat
φέρομαι
treat
χειρίζομαι
treat
διαπραγματεύομαι
treat
εκλιπαρώ
treat
ικετεύω
treat
κερνάω
treat
φιλεύω
treat
διαπραγματεύομαι
treat
νοσηλεύω
treat
περιθάλπω
treat
υποβάλλω σε αγωγή
treat
υποβάλλω σε θεραπεία
treat
επεξεργάζομαι
treat
κατεργάζομαι
treatise
πραγματεία
treatise
διατριβή
treatment
αντιμετώπιση
treatment
μεταχείριση
treatment
συμπεριφορά
treatment
αγωγή
treatment
θεραπεία
treatment
θεραπευτική αγωγή
treatment
επεξεργασία
treatment
κατεργασία
treaty
συνθήκη
treble clef
κλειδί του Σολ