English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“W” Words

whose
ποιανών
whose
της οποίας
whose
του οποίου
whose
των οποίων
why
γιατί
why
γιατί
Wicca
Γουίκα
wick
φιτίλι
wicked
κακός
wicked
γαμάτος
wicked
φοβερός
wicker
ψάθα
wide
φαρδύς
wide
ευρύς
wide
ευρεία
wide area network
δίκτυο ευρείας περιοχής
wide open
ορθάνοιχτος
widescreen
ευρεία οθόνη
widespread
διαδεδομένος
widget
μαραφέτι
widget
γραφικό στοιχείο
widow
χήρα
widower
χήρος
widowerhood
χηρεία
widowhood
χηρεία
width
πλάτος
wield
χειρίζομαι
wife
σύζυγος
wife
γυναίκα
wife
συμβία
wig
περούκα
wiki
βίκι
wikification
βικιποίηση
wikify
βικιποιώ
Wikipedia
Βικιπαίδεια
Wiktionary
Βικιλεξικό
wild
άγριος
wild
ανήμερος
wild
άγριος
wild animal
αγρίμι
wild boar
αγριογούρουνο
wild boar
κάπρος
wild cabbage
αγριολάχανο
wild cat
αγριόγατα
wild cherry
αγριοκέρασο
wild cherry
αγριοκερασιά
wild goose
αγριόχηνα
wild olive
αγρελιά
wild service tree
σουρβιά η δυσεντερική
wild strawberry
αγριοφράουλα
wild strawberry
χαμοκέρασο
wild turkey
γαλοπούλα
Wild West
Άγρια Δύση
wildcard
χαρακτήρας μπαλαντέρ
wildcard
μπαλαντέρ
wildcat
αγριόγατα
wilderness
ερημιά
wildness
αγρίεμα
wildness
αγριάδα
wile
πονηριά
wile
τέχνασμα
Wilhelmina
Γουλιελμίνα
Wilkinson
Γουίλκινσον
Will
Γουίλ
will
βούληση
will
θέληση
will you marry me
θα με παντρευτείς;
Willemstad
Βίλεμστατ
William
Γουλιέλμος
William
Γουίλιαμ
William
Ουίλλιαμ
willingly
πρόθυμα
willow
ιτιά
willow warbler
θαμνοφυλλοσκόπος
willpower
δύναμη θέλησης
willpower
θεληματικότητα
willy
πουλί
willy-nilly
εκών άκων
willy-nilly
θέλοντας και μη
willy-nilly
με το ζόρι
Wilson
Γουίλσον
wilt
μαραίνομαι
wily
πονηρός
wily
πανούργος
wimp
φοβητσιάρης
wimp
φοβιτσιάρα
win
νίκη
win
κερδίζω
win
νικώ
win
κερδίζω
win-win
όλοι κερδισμένοι
wind
άνεμος
wind
αέρας
wind
ανάσα
wind
αέριο
wind
εκφύσημα
wind
φυσώ
wind
περιελίσσω
wind
τυλίγω
wind
κουρδίζω
wind
ελίσσομαι
wind
άνεμος
wind
αέρας
wind
φυσώ
wind
αέριο
wind
εκφύσημα
wind
ανάσα
wind engine
ανεμοκινητήρας
wind farm
αιολικό πάρκο
wind instrument
πνευστό όργανο
wind instrument
πνευστό
wind power
αιολική ενέργεια
wind rose
ροδόγραμμα
wind tunnel
αεροσήραγγα
wind turbine
ανεμογεννήτρια
windbag
αερολόγος
windbreaker
αντιανεμικό
Windhoek
Βίντχουκ
windlessness
άπνοια
windmill
ανεμόμυλος
window
παράθυρο
windowpane
υαλοπίνακας
windpipe
τραχεία
windshield
παρμπρίζ
windshield wiper
υαλοκαθαριστήρας
windsock
ανεμούριο
windsurfing
ιστιοσανίδα
windward
προσήνεμος
windward
προσηνέμως
windy
ανεμώδης
wine
κρασί
wine
οίνος
wine
κρασί
wine
-χρουν
wine
οινόχρουν
wine bottle
μπουκάλι του κρασιού
wine cellar
βαγεναριό
wine glass
κρασοπότηρο
winemaking
οινοποίηση
wing
φτερό
wing
πτέρυγα
wing
φτερούγα
wing
φτερό
wing
πτέρυγα
wing
πτέρυγα
wing
φτερό
wing
φτερό
wing commander
αντισμήναρχος
wing nut
πεταλούδα
wingless
άπτερος