English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“W” Words

woodcut
ξυλογραφία
woodcut
ξυλογραφία
woodcut
ξυλογράφημα
woodcutter
ξυλοκόπος
wooded
δασοσκεπής
wooded
δασωμένος
wooded
δασόφυτος
wooden
ξύλινος
wooden language
ξύλινη γλώσσα
woodlouse
καβρομαμούνα
woodlouse
ονίσκος
woodpecker
δρυοκολάπτης
woodpecker
τρυποκάρυδος
woodwind
ξύλινα πνευστά
woodwind instrument
όργανο καλάμων
woodwork
ξυλουργική
woodwork
δοκάρι
woof
γαβ
woof
γαυ
woof
γαφ
woof
υφάδι
woof
γαβ
woof
γαβγίζω
wool
μαλλί
woolen
μάλλινος
woollens
μάλλινα
woolly
μάλλινος
Woop Woop
στου διαβόλου τη μάνα
Worcestershire sauce
σάλτσα Worcestershire
Worcestershire sauce
σάλτσα Γούστερ
Worcestershire sauce
σάλτσα Γούστερσιρ
word
λέξη
word
λόγος
word
λέξη
word
λόγος
word
λέξη
word
διατυπώνω
word
συντάσσω
word of honor
λόγος της τιμής
word of mouth
από στόμα σε στόμα
word processing
επεξεργασία κειμένου
word processor
επεξεργαστής κειμένου
word to the wise
ο νοών νοείτω
word-for-word
επί λέξει
word-for-word
κατά λέξη
word-for-word
λέξη προς λέξη
wordfilter
υβρεοκλείδωμα
wording
διατύπωση
wording
επιλογή των λέξεων
wordplay
λογοπαίγνιο
work
δουλειά
work
έργο
work
εργασία
work
έργο
work
δουλειά
work
δουλεύω
work
εργάζομαι
work
λειτουργώ
work
πλάθω
work
εργάζομαι
work hardening
ενδοτράχυνση
work hardening
εργοσκλήρυνση
work of art
έργο τέχνης
work out
γυμνάζομαι
work permit
άδεια εργασίας
work someone's ass off
μου βγαίνει ο κώλος
work-to-rule
λευκή απεργία
workaholic
εργασιομανής
workaholic
εργασιομανής
workbench
πάγκος
worker
εργάτης
worker
εργάτρια
workers of the world, unite
προλετάριοι όλου του κόσμου, ενωθείτε
workers of the world, unite
προλετάριοι όλων των χωρών, ενωθείτε
workers' party
εργατικό κόμμα
working capital
κυκλοφορούν ενεργητικό
working class
εργατική τάξη
working day
εργάσιμη
working day
καθημερινή
workload
φόρτος εργασίας
workout
προπόνηση
workplace
χώρος εργασίας
workshop
εργαστήριο
workshop
εργαστήρια
workstation
σταθμός εργασίας
workstation
γραφείο
workstation
χώρος εργασίας
world
κόσμος
world cup
μουντιάλ
world cup
παγκόσμιο κύπελλο
World Trade Organization
Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου
world war
παγκόσμιος πόλεμος
World War I
Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος
World War I
Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος
World War II
Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος
World War II
Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος
World War III
Γ΄ Παγκόσμιος Πόλεμος
World Wide Web
Παγκόσμιος Ιστός
world-class
παγκόσμιας θέσης
world-class
παγκόσμιας φήμης
world's oldest profession
αρχαιότερο επάγγελμα
worldly
κοσμικός
worldly
κοσμικώς
worldview
κοσμοθεωρία
worldview
κοσμοείδωλο
worldview
κοσμοθεωρία
worldview
κοσμοείδωλο
worldwide
παγκόσμιος
worldwide
παγκοσμίως
worm
σκουλήκι
wormwood
αψιθιά
wormwood
αρτεμισία
wormwood
χολή
worried
ανήσυχος
worry
ανησυχία
worry
έγνοια
worry
έννοια
worry
ανησυχώ
worrying
ανησυχητικός
worsening
επιδείνωση
worsening
χειροτέρευση
worship
λατρεία
worship
λατρεύω
worshipper
λάτρης
worshipper
λάτρισσα
worst comes to worst
σε ἐσχατη ἀνάγκη
worthily
αντάξια
worthily
επάξια
worthless
άχρηστος
worthless
ανάξιος
worthless
τιποτένιος
worthy
άξιος
worthy
έξοχος
would like
θα ήθελα
wound
τραύμα
wound
πληγή
wound
τραύμα
wound
πληγώνω
wound
τραυματίζω
wound
λαβώνω
wounded
τραυματισμένος
wow
βαβαί
wow
ουάου
wrap
τυλίγω
wrasse
λαπίνα
wrasse
χειλού
wrath
θυμός
wrath
οργή
wreath
στεφάνι
wreck
καταστρέφω