English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“L” Words

loitering
χρονοτριβή
Lojban
Λόζμπαν
lokma
λουκουμάς
LOL
λολ
lolita
λολίτα
lolita
νυμφίδιο
loll
τεμπελιάζω
loll
χουζουρεύω
lollipop
γλειφιτζούρι
Lombardy
Λομβαρδία
London
Λονδίνο
London
λονδρέζικος
London Underground
μετρό του Λονδίνου
Londoner
Λονδρέζος
Londoner
Λονδρέζα
loneliness
μοναξιά
loner
ερημίτης
long
μακρύς
long
μεγάλος
long
πολύς
long
μακρύς
long
έξω
long
μακριά
long
ώρα
long
πολύ
long
ώρα
long
λαχταρώ
long arm of the law
τσιμπίδα του νόμου
long COVID
μακροχρόνια COVID-19
long live
ζήτω
long live
ζήτωσαν
long pepper
μακροπίπερο
long pepper
μακρύ πιπέρι
long time no see
χρόνια και ζαμάνια
long-eared owl
νανόμπουφος
long-haired
μακρύτριχος
long-lasting
μακροχρόνιος
long-suffering
μακρόθυμος
long-tailed tit
αιγίθαλος
long-term
μακροπρόθεσμος
long-winded
απεραντολόγος
long-windedness
απεραντολογία
longanimous
μακρόθυμος
longbow
τόξο
longevity
μακροζωία
longevity
μακροβιότητα
longhair
μακρυμάλλικος
longhair
μακρυμάλλης
longitude
μήκος
longitude
γεωγραφικό μήκος
longitude
γεωγραφικό μήκος
longitude
μήκος
longitude
παράλληλοι
longline
παραγάδι
longship
ντράκαρ
look
βλέμμα
look
ματιά
look
όψη
look
κοιτάζω
look
βλέπω
look
φαίνομαι
look and feel
όψη και αίσθηση
look for
ψάχνω
look forward to
ανυπομονώ
look forward to
ευελπιστώ
look forward to
προσβλέπω
look like
μοιάζω
look who's talking
κοίτα ποιος μιλάει
lookalike
σωσίας
lookout
παρατηρητήριο
lookout
παρατηρητής
loom
αργαλειός
loom
διαγράφομαι
loom
διαφαίνομαι
loom
ξεπροβάλλω
loon
παλαβός
loop
βρόχος
loop
θηλιά
loop
πλήρες ηλεκτρικό κύκλωμα
loop
βρόχος
loop
ενδοκολπικό διάφραγμα
loose
χαλαρός
loose
χύμα
loose
απρόσεκτος
loose
ασύνετος
loose
έκλυτος
loose
ακόλαστος
loose
ευρύχωρος
loose change
ψιλά
loosen
χαλαρώνω
loosestrife
λυσιμάχειο
loot
λεηλατώ
loot
λαφυραγωγώ
loot
πλιατσικολογώ
looter
πλιατσικολόγος
lop
κλαδεύω
Lopez
Λόπεζ
Lopingian
Λοπίνγκια
loquacious
ομιλητικός
loquat
μουσμουλιά
loquat
μούσμουλο
Lord
λόρδος
Lord
Κύριος
lord
αφέντης
lord
κύριος
lord
κύριος
lord
πυργοδεσπότης
lord
δεσπότης
lord
λόρδος
lord
άρχοντας
lord
αφέντης
lord
ευγενής
lord
λόρδος
lord
ευγενής
Lord's Prayer
Κυριακή προσευχή
Lord's Prayer
Πάτερ Ημών
lordosis
λόρδωση
lorgnette
κιάλι
Lorraine
Λωρραίνη
Los Angeles
Λος Άντζελες
lose
χάνω
lose
χάνω
lose
αδυνατίζω
lose
χάνω
lose
ηττώμαι
lose count
χάνω το λογαριασμό
lose face
ρεζιλεύομαι
lose ground
χάνω έδαφος
lose one's mind
χάνω τα λογικά μου
lose weight
αδυνατίζω
loser
χαμένος
lossy
απολεστικός
lossy
απωλειακός
lost
χαμένος
lost and found
απολεσθέντα
lost and found
γραφείο απολεσθέντων αντικειμένων
Lot
Λωτ
lotion
λοσιόν
lottery
λοταρία
lottery ticket
λαχείο
lotus
λωτός
lotus-eater
λωτοφάγοι
loud
δυνατός
loud
ηχηρός
loud
θορυβώδης
loud
βροντερός
loud
βροντώδης
loud
κραυγαλέος
loud
φανταχτερός
loud
χτυπητός