English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“L” Words

lingua franca
γλώσσα
lingua franca
κοινή
lingual
γλωσσικός
linguine
λιγκουίνι
linguine
λινγκουίνι
linguist
γλωσσολόγος
linguistic
γλωσσικός
linguistic
γλωσσολογικός
linguistics
γλωσσολογία
lining
φόδρα
link
σύνδεσμος
link
υπερσύνδεσμος
linoleum
λινόλεουμ
linseed
λιναρόσπορο
lintel
ανώφλι
lintel
πρέκι
lintel
υπέρθυρο
Linus
Λίνος
Linux
Λίνουξ
Linz
Λιντς
lion
λιοντάρι
lion cub
λιονταράκι
lion's share
μερίδα του λέοντος
lioness
λιονταρίνα
lioness
λέαινα
Lionheart
Λεοντόκαρδος
lionhearted
λεοντόκαρδος
lionskin
λεοντή
lip
χείλος
lip
χείλι
lip
χείλος
Lipari
Λίπαρι
lipidic
λιπιδικός
lipocyte
λιποκύτταρο
lipogram
λειπόγραμμα
lipolysis
λιπόλυση
lipoma
λίπωμα
lipophilic
λιπόφιλος
lipoprotein
λιποπρωτεΐνη
liposculpture
λιπογλυπτική
liposuction
λιποαναρρόφηση
lipreading
διάβασμα των χειλιών
lipreading
χειλεανάγνωση
lipstick
κραγιόν
liquefiable
υγροποιήσιμος
liquefied natural gas
υγροποιημένο φυσικό αέριο
liquefy
υγροποιώ
liquefy
ρευστοποιώ
liqueur
ηδύποτο
liqueur
λικέρ
liquid
υγρός
liquid
ρευστός
liquid
υγρό
liquidate
εκκαθαρίζω
liquidation
εκκαθάριση
liquidationism
λικβινταρισμός
liquidator
εκκαθαριστής
liquidity
ρευστότητα
liquidizer
αποχυμωτής
liquor store
κάβα
lira
λίρα
Lisa
Λίζα
Lisbon
Λισσαβώνα
Lisbon
Λισαβόνα
lisp
ψευδισμός
lisp
ψεύδισμα
lisp
ψευδίζω
list
λίστα
list
κατάλογος
listen
ακούω
listener
ακροατής
listener
ακροάτρια
listenership
ακροαματικότητα
listening comprehension
ακουστική κατανόηση
listless
άτονος
listless
νωθρός
listlessness
ακηδία
listlessness
ατονία
listlessness
νωθρότητα
litany
λιτανεία
literacy
αλφαβητισμός
literacy
γνώση
literal
κατά γράμμα
literal
κυριολεκτικός
literal
κυριολεκτικό
literally
κυριολεκτικά
literally
κατά γράμμα
literary
λογοτεχνικός
literature
λογοτεχνία
literature
βιβλιογραφία
litharge
λιθάργυρος
lithium
λίθιο
lithium
Λιθιο
lithography
λιθογραφία
lithosphere
λιθόσφαιρα
lithotripsy
λιθοτριψία
Lithuania
Λιθουανία
Lithuanian
λιθουανικός
Lithuanian
λιθουανικά
Lithuanian
λιθουανικά
Lithuanian
Λιθουανός
Lithuanian
Λιθουανή
Lithuanian Soviet Socialist Republic
Λιθουανική Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία
Lithuanian SSR
Λιθουανική ΣΣΔ
litigation
αντιδικία
litigious
επίδικος
litigious
δικομανής
litigious
φιλόδικος
litmus
ηλιοτρόπιο
litmus paper
χαρτί ηλιοτροπίου
litotes
λιτότητα
litre
λίτρο
little
μικρός
little
λίγος
little
μικρός
little
λίγο
little
λίγο
little boy
αγοράκι
little bustard
χαμωτίδα
little egret
λευκοτσικνιάς
little finger
μικρός
little girl
κοριτσάκι
little green man
πράσινο ανθρωπάκι
little owl
κουκουβάγια
Little Red Riding Hood
Κοκκινοσκουφίτσα
Little Russia
Μικρορωσία
littoral
παράκτιος
littoral
ακτή
liturgical
λειτουργικός
liturgy
λειτουργία
Livadeia
Λιβαδειά
live
ζωντανός
live
άσκαστος
live
ηλεκτροφόρος
live
ρευματοφόρος
live
ζωντανά
live
λάιβ
live
ζω
live
μένω
live
ζω
live
επιβιώνω
live
επιζώ
live by the sword, die by the sword
πάντες όσοι πιάσωσι μάχαιραν διά μαχαίρας θέλουσιν απολεσθή
live stream
απευθείας μετάδοση
live stream
ζωντανή ροοθήκευση
live-in son-in-law
σώγαμπρος
liveliness
ζωντάνια
lively
ζωηρός
lively
ζωντανός
lively
ζωηρός