English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“L” Words

lifestyle
τρόπος ζωής
lifetime
βίος
Liffey
Λίφεϊ
lift
άνωση
lift
ασανσέρ
lift
ανελκυστήρας
lift
ανυψώνω
lift
σηκώνω
ligament
σύνδεσμος
ligase
δεσμάση
ligation
απολίνωση
ligature
δεσμός
ligature
λιγκατούρα
light
φωτεινός
light
ανοιχτός
light
αχνός
light
ελαφρύς
light
ελαφρός
light
αβαρής
light
φως
light
φωτίζω
light
ανάβω
light at the end of the tunnel
φως στο τούνελ
light bulb
ηλεκτρική λυχνία
light bulb
ηλεκτρικός λαμπτήρας
light pen
φωτογραφίδα
light pollution
φωτορύπανση
light verb
απολεξικοποιημένο ρήμα
light year
έτος φωτός
light-headed
λιπόθυμος
lighter
φορτηγίδα
lighter
αναπτήρας
lightheadedness
λιποθυμία
lighthearted
ελαφρός
lighthouse
φάρος
lighthouse keeper
φαροφύλακας
lighting
φωτιστικό
lightning
αστραπιαίος
lightning
κεραυνοβόλος
lightning
αστραπή
lightning
κεραυνός
lightning
αστραπή
lightning bolt
κεραυνός
lightning fast
αστραπιαίος
lightning fast
κεραυνοβόλος
lightning rod
αλεξικέραυνο
lightning rod
κεραυνός
lightning strike
κεραυνός
lightning strike
χτύπημα κεραυνού
lightsaber
φωτόσπαθο
lightship
καραβοφάναρο
lightship
φαρόπλοιο
lightspeed
ταχύτητα του φωτός
lightweight
ελαφρός
lightweight
ελαφρύς
lightweight
ελαφρός
lignin
λιγνίνη
lignite
λιγνίτης
Liguria
Λιγουρία
like
όμοιος
like
ίδιος
like
παραπλήσιος
like
αγάπη
like
προτίμηση
like
συμπάθεια
like
όμοιος
like
αγαπημένο
like
σαν
like
ως
like
όπως
like
αγαπώ
like
αρέσει
like
λαϊκάρω
like
βάζω λάικ
like
αγαπώ
like
αρέσει
like
αρέσκομαι
like
προτιμώ
like a bull in a china shop
σαν ταύρος σε υαλοπωλείο
like a bull in a china shop
σαν ταύρος εν υαλοπωλείω
like a chicken with its head cut off
σαν την άδικη κατάρα
like father, like son
κατά μάνα κατά κύρη
like that
έτσι
like that
τέτοιο
like-minded
ομοϊδεάτης
likelihood
πιθανότητα
likelihood
ενδεχόμενο
likelihood
πιθανοφάνεια
likewise
επίσης
lilac
πασχαλιά
Lilith
Λίλιθ
Lille
Λιλ
Lille
Λίλλη
Lilongwe
Λιλόνγκουε
lily
κρίνο
Lima
Λίμα
Limassol
Λεμεσός
limb
μέλος
limbic system
μεταιχμιακό σύστημα
Limburg
Λιμβουργία
lime
μοσχολέμονο
lime
λάιμ
lime green
λαχανής
lime mortar
ασβεστοκονίαμα
limekiln
ασβεστοκάμινος
limelight
δημοσιότητα
Limerick
Λίμερικ
limestone
ασβεστόλιθος
limewater
ασβεστόνερο
liminal
μεθοριακός
liminal
μεταιχμιακός
limit
όριο
limit
σύνορο
limit
όριο
limit
περιορίζω
limited
περιορισμένος
limited liability company
εταιρεία περιορισμένης ευθύνης
Limos
Λιμός
limousine
λιμουζίνα
limp
κουτσαίνω
limpet
πεταλίδα
limpid
διαφανής
Lincoln
Λίνκολν
Linda
Λίντα
linden
φιλύρα
linden
φλαμουριά
linden
φλαμούρι
lindgrenite
λιντγκρενίτης
line
γραμμή
line
γραμμή
line
ευθύγραμμο τμήμα
line
σπάγκος
line
ουρά
line
πεζικό
line
καταγωγή
line
γραμμή
line
σπάγκος
line
στίχος
lineage
γενεαλογία
lineament
χαρακτηριστικό
linear
γραμμικός
Linear A
Γραμμική Αʹ
linear algebra
γραμμική άλγεβρα
Linear B
Γραμμική Βʹ
linear transformation
γραμμικός μετασχηματισμός
linearity
γραμμικότητα
linen
λινό
linen
λινόχρους
linesman
επόπτης
linesman
επόπτρια