English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“O” Words

occasionally
πού και πού
occipital
ινιακός
occipital lobe
ινιακός λοβός
Occitan
οξιτανικά
Occitania
Οξιτανία
occluded front
συνεσφιγμένο μέτωπο
occultation
επιπρόσθηση
occultism
αποκρυφισμός
occupant
ένοικος
occupant
κάτοχος
occupation
απασχόληση
occupation
κατάληψη
occupation
κατοχή
occupational safety and health
επαγγελματική ασφάλεια και υγεία
occupational therapist
εργοθεραπευτής
occupied
κατειλημμένος
occur
περνώ
ocean
ωκεανός
ocean sunfish
φεγγαρόψαρο
Oceania
Ωκεανία
oceanic
ωκεάνιος
oceanic whitetip shark
μακροπτερυγοκαρχαρίας
Oceanid
Ωκεανίδα
oceanographer
ωκεανογράφος
oceanography
ωκεανογραφία
Oceanus
Ωκεανός
Ochakiv
Αλέκτορ
Ochakiv
Οτσάκιβ
Ochakiv
Οτσάκοβ
Ochakiv
Ἀλέκτορος
ochlocracy
οχλοκρατία
ochre
ωχρός
ochre
ώχρα
ochre
ώχρα
ochre
υποκίτρινο
octacore
οκταπύρηνος
octadecagon
δεκαοκτάγωνο
octagon
οκτάγωνο
octagon
οχτάγωνο
octagonal
οκτάγωνος
octagonal
οχτάγωνος
octal
οκταδικός
octane
οκτάνιο
octave
οκτάβα
Octavian
Οκταβιανός
Octavius
Οκτάβιος
octet
οκτάδα
octet
οχτάδα
October
Οκτώβριος
October
Οκτώβρης
October Revolution
Οκτωβριανή Επανάσταση
octopus
χταπόδι
oculomotion
οφθαλμοκινητικότητα
oculomotor
οφθαλμοκινητικός
odalisque
οδαλίσκη
odd
παράξενος
odd
αλλόκοτος
odd
μονός
odd
περιττός
odd
πάνω κάτω
odd
συν πλην
oddity
παραδοξότητα
oddity
παραξενιά
odds
απόδοση
odds
πιθανότητα
ode
ωδή
Oder
Όντερ
Odessa
Οδησσός
Odisha
Ορίσα
odometer
οδόμετρο
odometry
οδομετρία
odonto-
οδοντο-
odontogenesis
οδοντογένεση
odontogenesis
οδοντογονία
odontolith
οδοντόλιθος
odontoma
οδόντωμα
odor
μυρωδιά
odor
οσμή
odorless
αμύριστος
odorlessness
αοσμία
odylic
οντικός
Odyssean
οδυσσειακός
Odysseus
Οδυσσέας
Odyssey
Οδύσσεια
odyssey
οδύσσεια
OECD
ΟΟΣΑ
Oedipus
Οιδίπους
Oedipus
Οιδίποδας
Oedipus complex
Οιδιπόδειο σύμπλεγμα
oenochoe
οινοχόη
oenological
οινολογικός
oenologist
οινολόγος
oenology
οινολογία
Oenomaus
Οινόμαος
oenophilic
οινόφιλος
oesophagus
οισοφάγος
oestrus
οίστρος
of
παρά
of
από
of course
φυσικά
of course
ασφαλώς
of course
βέβαια
off
κλειστό
off
από
off-road
παντός εδάφους
off-the-cuff
αυθόρμητος
off-the-peg
αγοραστός
off-the-rack
αγοραστός
off-white
υπόλευκος
offal
απορρίματα
offal
εντόσθια
offender
παραβάτης
offense
προσβολή
offense
αδίκημα
offense
θυμός
offense
επίθεση
offensive
προσβλητικός
offensive
επιθετικός
offer
πρόταση
offer
προσφορά
offer
προσφέρομαι
offer
προθυμοποιούμαι
offer
προσφέρω
office
γραφείο
officer
αξιωματικός
official
επίσημος
official
επίσημος
official
υπηρεσιακός
official
αξιωματούχος
official language
επίσημη γλώσσα
offline
εκτός ροής
offsetting
συμψηφισμός
offshore
αρόδου
offshore
εξωχώριος
offshore
εξωχώριος
offshore
αρόδου
offside
οφσάιντ
offside
εκτός παιδιάς
offspring
τέκνο
offspring
απόγονος
offspring
παιδί
often
συχνά
oganesson
ογκανέσσιο
ogle
γλυκοκοιτάζω
ogle
κοζάρω
ogre
δράκοντας
oh
α
oh
ω
oh dear
Θεέ μου
oh dear
άχου