English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“O” Words

oh dear
αμάν
oh dear
αχού
oh my God
Θεέ μου
oh my gods
ω θεοί μου
Ohio
Οχάιο
ohm
ωμ
ohmmeter
ωμόμετρο
Ohrid
Αχρίδα
Ohrid
Οχρίδα
OHS
ΕΑΥ
oic
οϊκό
oil
λάδι
oil
έλαιο
oil
πετρέλαιο
oil
ορυκτέλαιο
oil
λάδι
oil
σπορέλαιο
oil
λαδώνω
oil
λιπαίνω
oil lamp
λυχνάρι
oil lamp
λουσέρνα
oil painting
ελαιογραφία
oil palm
ααβόρα
oil tanker
πετρελαιοφόρο
oil well
πετρελαιοπηγή
oiler
λαδάς
ointment
αλοιφή
OK
εντάξει
OK
εντάξει
OK
εντάξει
OK
ΟΚ
okapi
οκάπι
okapi
οκαπία
Okazaki fragment
θραύσματο του Οκαζάκι
Oklahoma
Οκλαχόμα
Oklahoma City
Οκλαχόμα Σίτι
Oklahoma City
Πόλη της Οκλαχόμας
okra
μπάμια
okroshka
οκρόσκα
old
ηλικιωμένος
old
γηραιός
old
παλιός
old
παλιός
old
αρχαίος
old
πρώην
old
τέως
old age
γηρατειά
old age
γεράματα
old age
τρίτη ηλικία
Old Church Slavonic
παλαιά εκκλησιαστική σλαβονική γλώσσα
Old English
αρχαία αγγλική γλώσσα
Old French
αρχαία γαλλική
old guard
παλιά φρουρά
old habits die hard
πρώτα βγαίνει η ψυχή και μετά το χούι
old lady
γριά
old man
γέρος
old man
γέροντας
old man
γέρος
Old Testament
Παλαιά Διαθήκη
old woman
γριά
Old World
Παλαιός Κόσμος
old-fashioned
παλιομοδίτης
old-fashioned
παλιομοδίτικος
older sister
μεγάλη αδερφή
oldish
μεγαλούτσικος
olé
ολέ
olé
όλε
oleander
ροδοδάφνη
oleaster
ελαίαγνος
oleaster
μοσχοϊτιά
oleaster
τζιτζιφιά
oleic acid
ελαϊκό οξύ
olfaction
όσφρησις
olfactory
οσφρητικός
Olga
Όλγα
oligaemia
ολιγαιμία
oligarch
ολιγαρχικός
oligarchic
ολιγαρχικός
oligarchy
ολιγαρχία
Oligocene
ολιγόκαινος
Oligocene
Ολιγόκαινο
oligopoly
ολιγοπώλιο
oligotrophic
ολιγοτροφικός
olive
λαδής
olive
ελιά
olive
λαδί
olive branch
κλαδί ελιάς
olive oil
ελαιόλαδο
olive oil
λάδι
olive tree
ελαιόδεντρο
olive tree
ελιά
Oliver
Όλθφες
Oliver
Όλιβερ
Oliver
Ολιβέριος
Olivia
Ολίβια
olivine
ολιβίνης
olla podrida
όγια ποδρίδα
ology
λογία
Oltenia
Ολτενία
Olympia
Ολυμπία
Olympiad
ολυμπιάδα
Olympian
ολύμπιος
Olympian
ολυμπία
Olympian
ολύμπια
Olympian
ολύμπιος
Olympian
ολύμπιος
Olympias
Ολυμπιάδα
Olympic
Ολυμπικός
Olympic
ολυμπιακός
Olympic Games
Ολυμπιακοί Αγώνες
Olympic Winter Games
Χειμερινοί Ολυμπιακοί Αγώνες
Olympus
Όλυμπος
Olynthus
Όλυνθος
om
ωμ
Oman
Ομάν
omega
ωμέγα
omelette
ομελέτα
omen
οιωνός
omen
προμήνυμα
omen
σημάδι
omen
οιωνός
omeprazole
ομεπραζόλη
omertà
ομερτά
omicron
όμικρον
omission
παράλειψη
omit
παραλείπω
ommatidium
ομματίδιο
omni-
παν-
omnidirectional
παντοκατευθυντικός
omnipotence
παντοδυναμία
Omnipotent
Παντοδύναμος
omnipotent
παντοδύναμος
omnipresence
πανταχού παρών
omnipresent
πανταχού παρών
omniracial
πάνεθνος
omniracial
πανεθνικός
omniracial
πανφυλετικός
omniscient
παντογνώστης
omnisciently
πανσόφως
omnivore
παμφάγος
omnivorous
παμφάγος
omphaloscopy
ομφαλοσκόπηση
omphaloskepsis
ομφαλοσκοπία
Omsk
Ομσκ
on
ανοικτό
on
πάνω
on
σε
on
πάνω
on
σε
on and off
κατά διαλείμματα