English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“S” Words

scroll
πάπυρος
scroll
περγαμηνή
scrotum
όσχεο
scrutinize
περιεργάζομαι
scrutinize
κοιτάω από πάνω μέχρι κάτω
scrutiny
εξονυχιστική έρευνα
Sculptor
Γλύπτης
sculptor
γλύπτης
sculptor
γλύπτρια
sculptress
γλύπτρια
sculpture
γλυπτό
sculpture
γλυπτική
sculpture
γλυπτό
scum
απόβλητο
scum
απόβρασμα
scum
απόβρασμα
scum
κάθαρμα
scupper
μπούνια
scurf
πιτυρίδα
scurvy
σκορβούτο
scutage
αντισήκωμα
Scutari
Σκουτάρι
scuttle
τενεκές
scuttle
βυθίζω
Scutum
Ασπίς
Scylla
Σκύλλα
scytale
σκυτάλη
scythe
κόσα
Scythia
Σκυθία
Scythian
Σκύθης
Sderot
Σντερότ
sea
θάλασσα
sea
πέλαγος
sea
πόντος
sea anemone
θαλάσσια ανεμώνη
sea bass
λαβράκι
sea breeze
θαλάσσια αύρα
sea breeze
μπάτης
sea buckthorn
ιπποφαές
sea cucumber
αγγούρι της θάλασσας
sea cucumber
ολοθούριο
sea horse
ιππόκαμπος
sea level
στάθμη θάλασσας
sea lion
θαλάσσιο λιοντάρι
sea monster
κήτος
Sea of Azov
Αζοφική θάλασσα
Sea of Cortez
Θάλασσα του Κορτές
Sea of Japan
Θάλασσα της Ιαπωνίας
Sea of Japan
Ιαπωνική Θάλασσα
Sea of Marmara
Θάλασσα του Μαρμαρά
Sea of Marmara
Προποντίδα
Sea of Okhotsk
Οχοτσκική Θάλασσα
sea urchin
αχινός
seabed
βυθός
seabird
θαλασσοπούλι
seaborgium
σιμπόργκιο
seabream
συναγρίδα
seabream
φαγγρί
seadog
θαλασσόλυκος
seafood
θαλασσινά
seafront
προκυμαία
seagrass
θαλάσσια φανερόγαμα
seal
φώκια
seal
σφραγίδα
seal
βούλα
seal
σφραγίδα
seal
σφράγισμα
seal
στεγανοποίηση
seal
σφράγισμα
seal
σφραγίζω
sealing wax
βουλοκέρι
seaman
ναύτης
Sean
Γιάννης
Sean
Σον
seaplane
υδροπλάνο
search
αναζήτηση
search
ψάχνω
search
αναζητώ
search
ερευνώ
search engine
μηχανή αναζήτησης
searcher
αναζητητής
seashell
όστρακο
seashore
αιγιαλός
seashore
ακτή
seashore
παράκτιος
seasickness
ναυτία
season
εποχή
season
κύκλος
season
σεζόν
season ticket
εισιτήριο διαρκείας
seasoned
έμπειρος
seasoned
πεπειραμένος
seasoned
καρυκεύματα
seat
κάθισμα
seat
καρέκλα
seat
έδρα
seat belt
ζώνη ασφαλείας
Seattle
Σιάτλ
seaweed
φύκι
sebaceous gland
σμηγματογόνος αδένας
Sebastia
Σεβαστη
Sebastian
Σεβαστιανός
Seborga
Σεμπόργκα
secant
τέμνουσα
secede
αποσχίζομαι
secede
αποχωρώ
secession
απόσχιση
secluded
απομονωμένος
secluded
απόμερος
seclusion
απομόνωση
second
δεύτερος
second
δεύτερη
second
μάρτυρας
second
δευτερόλεπτο
second
στιγμή
second
δευτερόλεπτο (τόξου)
second
λεπτό
second
δευτερόλεπτο (τόξου)
second
δευτερόλεπτο
second
στιγμή
second
λεπτό
second
δευτερόλεπτο
second
δεύτερος
second
δεύτερη
second
δεύτερο
second
δεύτερος
second
δεύτερη
second
αποσπώ
second
υποστηρίζω
second coming
Δευτέρα Παρουσία
second hand
δείκτης δευτερολέπτων
second lieutenant
ανθυπολοχαγός
second moment of area
ροπή αδράνειας επιφάνειας
second person
δεύτερο πρόσωπο
secondary
δευτερεύων
secondary school
λύκειο
secondhand
μεταχειρισμένος
secondly
δεύτερον
secrecy
μυστικότητα
secrecy
εχεμύθεια
secret
μυστικός
secret
μυστικό
secret
μυστικό
secret
μυστικός
secret police
μυστική αστυνομία
secret service
μυστική υπηρεσία
secretary
γραμματέας
secretary
υπουργός
Secretary General
γενικός γραμματέας
secrete
εκκρίνω