English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“S” Words

self-publisher
αυτοεκδότης
self-publishing
αυτοέκδοση
self-raising flour
αλεύρι που φουσκώνει
self-reference
αυτοαναφορά
self-referential
αυτοαναφορικός
self-reliance
αυτοδυναμία
self-reliant
αυτοεξαρτώμενος
self-respect
αυτοσεβασμός
self-rule
αυτοκυβέρνηση
self-sacrifice
αυτοθυσία
self-sacrifice
αυτοθυσιάζομαι
self-satisfaction
αυτοϊκανοποίηση
self-satisfied
εφησυχασμένος
self-service
αυτοεξυπηρέτηση
self-similarity
αυτοομοιότητα
self-sown
αυτοφυής
self-stimulation
αυτοερεθισμός
self-study
αυτοδιδασκαλία
self-sufficiency
αυτάρκεια
self-sufficient
αυτάρκης
self-supporting
αυτοσυντήρητος
self-sustaining
αυτοσυντήρητος
self-tapping screw
λαμαρινόβιδα
selficide
σελφοκτονία
selfie
σέλφι
selfie
αυτοφωτογράφιση
selfie
βγάζω σέλφι
selfish
εγωιστής
selfish
εγωιστικός
selfitis
σελφίτιδα
selfless
ανιδιοτελής
selfless
αλτρουιστής
selfless
αφίλαυτος
selfless
φιλάλληλος
selflessly
ανυστερόβουλα
sell
πουλάω
sell
πουλώ
sell off
εκποιώ
sell oneself short
αυτοδυσφημίζομαι
seller
πωλητής
seller
πωλήτρια
selling
πωλήσεις
selling
πώληση
selling
ικανότητα πώλησης
selling
ικανότητες πώλησης
semaglutide
σεμαγλουτίδη
semantic
σημασιολογικός
semantic field
σημασιολογικό πεδίο
semantic loan
σημασιολογικό δάνειο
semantic shift
σημασιολογική μεταβολή
semaphore
σηματοφόρος
semen
σπέρμα
semester
εξάμηνο
semi-
ημι-
semi-automatic
ημιαυτόματος
semi-automatic
ημιαυτόματο
semi-state
μισοκράτος
semibreve
ολόκληρο
semicircle
ημικύκλιο
semicircular
ημικυκλικός
semicircumference
ημιπεριφέρεια
semicolon
άνω τελεία
semicolon
ερωτηματικό
semiconductor
ημιαγωγός
semidarkness
μισοσκόταδο
semiduplex
ημιαμφίδρομος
semifinal
ημιτελικός
semihard
ημίσκληρος
seminar
σεμινάριο
seminar
διάσκεψη
seminary
θεολογική σχολή
seminoma
σεμίνωμα
semiologist
σημειολόγος
semiology
σημειολογία
semiotics
σημειολογία
semiotics
σημειωτική
semipermeable
ημιπερατός
semiquaver
δέκατο έκτο
semiskilled
ημιειδικευμένος
semiurban
ημιαστικός
semivegetarianism
ημιχορτοφαγία
semivowel
ημίφωνο
semolina
σιμιγδάλι
Senate
γερουσία
Senate
σύγκλητος
senate
γερουσία
senator
γερουσιαστής
senator
γερουσιάστρια
senator
συγκλητικός
senatorial
συγκλητικός
send
στέλνω
sender
αποστολέας
Seneca
Σενέκας
Senegal
Σενεγάλη
Senegalese
σενεγαλέζικος
Senegalese
Σενεγαλέζος
Senegalese
Σενεγαλέζα
senescence
γήρας
senescence
γηρασμός
senescence
γηρασμός
senescence
γήρας
senile
γεροντικός
senile
ξεμωραμένος
senile
ξεμωραμένος
senility
γεροντική άνοια
senior
ηλικιωμένος
senior
μεγαλύτερος
senior
ανώτερος
senior
προϊστάμενος
seniority
αρχαιότητα
Sennacherib
Σενναχειρείμ
Sennacherib
Σενναχηρίμ
sennit
σαλαμάστρα
sennit
σαλμάστρα
sennit
πλεκτή
sensation
αίσθηση
sensational
εντυπωσιακός
sensational
συγκλονιστικός
sensationalist
αισθησιαρχικός
sensationalist
αισθησιοκρατικός
sense
αίσθηση
sense
νόημα
sense
αίσθηση
sense
συναίσθημα
sense
λογική
sense
έννοια
sense
αίσθηση
sense
αίσθηση
sense
αισθάνομαι
sense
αισθάνομαι
sense
συναισθάνομαι
sense of humour
αίσθηση του χιούμορ
sense organ
αισθητήριο όργανο
sensei
σενσέι
sensibility
ευαισθησία
sensitive
αισθητικός
sensitive
ευαίσθητος
sensitive
ευαίσθητος
sensitive
εύθικτος
sensitivity
ευαισθησία
sensitization
ευαισθητοποίηση
sensorimotor
αισθησιοκινητικός
sensorimotor
αισθητικοκινητικός
sensory
αισθητήριος
sentence
καταδίκη
sentence
πρόταση
sentence
φράση
sentential
προτασιακός
sententious
αποφθεγματικός
sentient
αισθητήριος