English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“S” Words

secrete
καταχωνιάζω
secrete
κρύβω
secretion
έκκριση
secretion
απόκρυψη
secretion
συγκάλυψη
secretive
κρυφός
secretly
κρυφά
secretly
μυστικά
sect
αίρεση
sect
σέκτα
sector
τομέας
secular
κοσμικός
secularism
κοσμικισμός
secularization
εκκοσμίκευση
secure
ασφαλής
secure
σιγουρεύω
security
ασφάλεια
security
εγγύηση
security
εχέγγυο
security
αξιόγραφο
security
αξία
security
χρηματόγραφο
security deposit
εγγύηση
security guard
φύλακας
security guard
φύλακας ασφαλείας
security hole
κενό ασφαλείας
sedative
ηρεμιστικός
sedative
ηρεμιστικό
sedative
καταπραϋντικό
sedentary
καθιστικός
sedimentary rock
ιζηματογενές πέτρωμα
sedition
στάση
Sedna
Σέντνα
seduce
γοητεύω
seduce
αποπλανώ
seduction
αποπλάνηση
seduction
ξελόγιασμα
seductive
δελεαστικός
seductive
θελκτικός
seductress
ξελογιάστρα
see
επισκοπή
see
βλέπω
see
καταλαβαίνω
see eye to eye
συμφωνώ
see stars
βλέπω αστεράκια
see the forest for the trees
βλέπουμε το δένδρο και χάνουμε το δάσος
see the light of day
βλέπω το φως
see through
αντιλαμβάνομαι
see you
τα λέμε
see you
τα λέμε αργότερα
see you later
τα λέμε
see you later
γεια
see you later
γεια χαρά
seed
σπόρος
seedling
φιντάνι
seek
ζητώ
seeker
αναζητητής
seem
φαίνομαι
seesaw
τραμπάλα
seethe
αναβράζω
segment
τμήμα
segment
τεμάχιο
segment
τμήμα
segment
διατέμνω
segment
κατατέμνω
segmentation
κατάτμηση
Segovia
Σεγκόβια
segregate
διαχωρίζω
sei whale
βορειοφάλαινα
Seine
Σηκουάνας
Seine-et-Marne
Σεν-ε-Μαρν
seism
σεισμός
seismic
σεισμικός
seismogram
σεισμογράφημα
seismograph
σεισμογράφος
seismological
σεισμολογικός
seismologist
σεισμολόγος
seismology
σεισμολογία
Sejm
Δίαιτα
Sejm
Σέιμ
Sejong
Σέτζονγκ
Selangor
Σελανγκόρ
Selçuk
Σελτσούκ
seldom
σπάνια
select
επιλέγω
selective
εκλεκτικός
Selene
Σελήνη
Selene
Σεληνη
selenium
σελήνιο
selenologist
σεληνολόγος
selenology
σεληνολογία
selenotropism
σεληνοτροπισμός
Seleucus
Σέλευκος
self
εαυτός
self-
αυτο-
self-
αυτό-
self-abasement
αυτοταπείνωση
self-action
αυτενέργεια
self-adhesive
αυτοκόλλητος
self-assertion
αυτοπροβολή
self-awareness
αυτοσυνείδηση
self-care
αυτοφροντίδα
self-caused
αυταίτιος
self-caused
αυτογενής
self-caused
αυτοδημιούργητος
self-caused
αυτόγονος
self-caused
μεταλογικώς αυτάρκης
self-censor
αυτολογοκρίνομαι
self-cleaning
αυτοκαθαριζόμενος
self-confidence
αυτοπεποίθηση
self-contained
ανεξάρτητος
self-contained
αυτοτελής
self-contained
αυτόνομος
self-control
αυτοέλεγχος
self-criticism
αυτοκριτική
self-deception
αυταπάτη
self-defense
αυτοάμυνα
self-denial
αυταπάρνηση
self-destruct
αυτοκαταστρέφομαι
self-destructiveness
αυτοκαταστροφικότητα
self-determination
αυτοδιάθεση
self-determine
αυτοκαθορίζω
self-discipline
αυτοπειθαρχία
self-doubt
αυτοαμφισβήτηση
self-efficacy
αυτοαποτελεσματικότητα
self-employed
αυτοαπασχολούμενος
self-esteem
αυτοεκτίμηση
self-evidency
αυταποδεικτότητα
self-evidency
αυταποδειξιμότητα
self-evident
αυταπόδεικτος
self-evident
αυτονόητος
self-exiled
αυτοεξόριστος
self-expression
αυτοέκφραση
self-financing
αυτοχρηματοδότηση
self-governed
αυτοκυβέρνητος
self-government
αυτοκυβέρνηση
self-help
αυτοβοήθεια
self-immolation
αυτοπυρπόληση
self-improvement
αυτοβελτίωση
self-indulgence
μαλθακότητα
self-indulgence
συβαριτισμός
self-interest
ιδιοτέλεια
self-isolation
αυτοαπομόνωση
self-love
αυταγάπη
self-lubrication
αυτολίπηση
self-made
αυτοδημιούργητος
self-pity
αυτολύπηση
self-portrait
αυτοπροσωπογραφία
self-portrait
αυτοπορτρέτο
self-preservation
αυτοσυντήρηση